94 αποτελέσματα για «折»
折り悪く おりわるく
επίρρημα
- 01 δυστυχώς
折りたたみナイフ おりたたみナイフ
ουσιαστικό
- 01 πτυσσόμενο μαχαίρι, σουγιάς
折伏 しゃくぶく
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 σακουμπούκου, η επιθετική προσπάθεια κάμψης των εσφαλμένων πεποιθήσεων κάποιου μέσω αντιπαράθεσης (προκειμένου να τον προσηλυτίσουν στην ορθή πίστη)
折れ合う おれあう
ρήμα
- 01 τα πηγαίνω καλά με κάποιον, συμβιβάζομαι, κάνω υποχωρήσεις, καταλήγω σε συμφωνία
折り詰め おりづめ
ουσιαστικό
- 01 φαγητό συσκευασμένο σε ξύλινο κουτί
折れ目 おれめ
ουσιαστικό
- 01 δίπλωμα, τσάκιση
折り返し点 おりかえしてん
ουσιαστικό
- 01 σημείο αναστροφής (π.χ. σε έναν αγώνα δρόμου), σημείο επιστροφής
折り込み広告 おりこみこうこく
ουσιαστικό
- 01 ένθετη διαφήμιση (π.χ. σε εφημερίδα), διαφημιστικό φυλλάδιο
折衷主義 せっちゅうしゅぎ
ουσιαστικό
- 01 εκλεκτικισμός
折り方 おりかた
ουσιαστικό
- 01 οδηγίες οριγκάμι
折れ線 おれせん
ουσιαστικό
- 01 πολυγωνική γραμμή
- 02 τεθλασμένη γραμμή, ζιγκ-ζαγκ, πολυγωνική γραμμή
折よく おりよく
επίρρημα
- 01 ευτυχώς, καλή ώρα
折れ込む おれこむ
ρήμα
- 01 διπλώνω προς τα μέσα ή στο εσωτερικό
折り鞄 おりかばん
ουσιαστικό
- 01 χαρτοφύλακας, τσάντα εγγράφων
折戸 おりど
ουσιαστικό
- 01 πτυσσόμενη πόρτα
折りたたみ机 おりたたみつくえ
ουσιαστικό
- 01 πτυσσόμενο γραφείο
折れ釘 おれくぎ
ουσιαστικό
- 01 στραβωμένο καρφί, λυγισμένο καρφί
- 02 γωνιακό άγκιστρο σε σχήμα λάμδα, γωνιακό βιδωτό άγκιστρο
折りたたみ自転車 おりたたみじてんしゃ
ουσιαστικό
- 01 πτυσσόμενο ποδήλατο
折り返し運転 おりかえしうんてん
ουσιαστικό
- 01 δρομολόγιο επιστροφής, υπηρεσία μεταφοράς μετ' επιστροφής
折れ口 おれくち
ουσιαστικό
- 01 σημείο θραύσης, ρήγμα, σκίσιμο