50 αποτελέσματα για «拝»

拝聞 はいぶん

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 ακούω, προσέχω
拝み箸 おがみばし

ουσιαστικό

  1. 01 ενώνω τα ξυλάκια φαγητού ανάμεσα στις παλάμες μου σαν χειρονομία προσευχής (θεωρείται έλλειψη καλών τρόπων)
拝請 はいしょう

ουσιαστικό

  1. 01 ταπεινή πρόσκληση
拝一神教 はいいつしんきょう

ουσιαστικό

  1. 01 μονολατρεία
拝火教徒 はいかきょうと

ουσιαστικό

  1. 01 πυρολάτρης
  2. 02 ζωροάστρης, παρσιστής
拝送 はいそう

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 ξεπροβοδίζω, συνοδεύω (π.χ. στο σπίτι)
  2. 02 αποστέλλω, προωθώ
拝物愛 はいぶつあい

ουσιαστικό

  1. 01 φετιχισμός
拝廊 はいろう

ουσιαστικό

  1. 01 νάρθηκας
拝伏 はいふく

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 προσκύνηση (με σεβασμό), γονυπετής στάση
  1. 01 λατρεύω
  2. 02 λατρεύω
  3. 03 προσεύχομαι σε