142 αποτελέσματα για «持»
持久戦 じきゅうせん
ουσιαστικό
- 01 παρατεταμένος πόλεμος, πόλεμος φθοράς
持ち運び もちはこび
ουσιαστικό
- 01 μεταφορά
持ち逃げ もちにげ
ουσιαστικό, ρήμα, άλλο
- 01 διαφεύγω με κλοπιμαία, το σκάνε με ξένα αγαθά
- 02 κλοπιμαίος, που έχει κλαπεί και απομακρυνθεί
持ち越す もちこす
ρήμα
- 01 μεταφέρω (ζήτημα, απόφαση, εργασία κ.λπ.) για αργότερα, αναβάλλω, παραπέμπω
持ちつ持たれつ もちつもたれつ
άλλο, ουσιαστικό
- 01 αλληλοβοήθεια, αλληλοϋποστήριξη, αμοιβαία συνεργασία, δούναι και λαβείν, αμοιβαιότητα, αλληλεξάρτηση
持参金 じさんきん
ουσιαστικό
- 01 προίκα
持ち回り もちまわり
ουσιαστικό
- 01 εναλλαγή (σε αξίωμα, ρόλο, κ.λπ.), εκ περιτροπής ανάληψη καθηκόντων
持ち時間 もちじかん
ουσιαστικό
- 01 χρόνος που διατίθεται σε κάποιον, διαθέσιμος χρόνος, χρονικό όριο
- 02 διδακτικό φορτίο (σε ώρες)
持ち帰り もちかえり
ουσιαστικό
- 01 φαγητό σε πακέτο, για το σπίτι
持って回る もってまわる
άλλο, ρήμα
- 01 περιφέρω, κουβαλάω τριγύρω
- 02 μιλάω περιστροφικά, είμαι έμμεσος (για λόγο, πράξεις, κ.λπ.)
持たざる者 もたざるもの
άλλο, ουσιαστικό
- 01 οι έχοντες πενιχρά μέσα, οι μη έχοντες
持ち越し もちこし
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 εργασία, αντικείμενα κ.λπ. που μεταφέρονται από το παρελθόν
- 02 κατάλοιπα τροφής, ό,τι έφαγε κανείς την προηγούμενη μέρα (και βρίσκεται ακόμη σε διαδικασία πέψης)
持続的 じぞくてき
επίθετο
- 01 συνεχής, διαρκής, βιώσιμος, ανθεκτικός, επίμονος
持物 じもつ
ουσιαστικό
- 01 αντικείμενο που κρατά στα χέρια του ένα βουδιστικό άγαλμα, έμβλημα θεότητας
持ち物検査 もちものけんさ
ουσιαστικό
- 01 έλεγχος προσωπικών αντικειμένων (για παράδειγμα πριν από την είσοδο σε έναν χώρο)
持久 じきゅう
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 αντοχή, επιμονή
持ち家 もちいえ
ουσιαστικό
- 01 ιδιόκτητη κατοικία
持久走 じきゅうそう
ουσιαστικό
- 01 προπόνηση αντοχής σε τρέξιμο στα μαθήματα φυσικής αγωγής στα ιαπωνικά σχολεία
持ち合う もちあう
ρήμα
- 01 ισορροπώ, αντισταθμίζω
- 02 παραμένω αμετάβλητος
- 03 μοιράζομαι (π.χ. τα έξοδα), επωμίζομαι (ένα μέρος)
持続力 じぞくりょく
ουσιαστικό
- 01 αντοχή, διαρκεια