85 αποτελέσματα για «推»
推考 すいこう
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 υπόθεση, εικασία
推知 すいち
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 υπόθεση, εικασία
推進者 すいしんしゃ
ουσιαστικό
- 01 προωθητής, υποκινητής, κινητήρια δύναμη, πρωτοπόρος, ηγέτης
推服 すいふく
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 θαυμασμός
推薦図書 すいせんとしょ
ουσιαστικό
- 01 προτεινόμενα βιβλία, προτεινόμενη βιβλιογραφία
推し活 おしかつ
ουσιαστικό
- 01 κάνω διάφορες ενέργειες για να στηρίξω το αγαπημένο μου μέλος από boy band, girl group, κ.λπ.
推称 すいしょう
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 θαυμασμός, έπαινος
推認 すいにん
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 τεκμήριο, συναγωγή συμπεράσματος
推しメン おしメン
ουσιαστικό
- 01 το αγαπημένο μέλος ενός συγκροτήματος ειδώλων
推定相続人 すいていそうぞくにん
ουσιαστικό
- 01 πιθανολογούμενος κληρονόμος
推譲 すいじょう
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 παραχωρώ (θέση ή τίτλο)
推問 すいもん
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 διερεύνηση (π.χ. εγκλήματος), εξέταση
推して おして
άλλο
- 01 εξ υποθέσεως, με βάση τη λογική συναγωγή
推古時代 すいこじだい
ουσιαστικό
- 01 περίοδος Σουϊκό (δηλαδή η περίοδος Ασούκα, ειδικότερα κατά τη διάρκεια της βασιλείας της αυτοκράτειρας Σουϊκό, περίπου 592-628 μ.Χ.)
推論式 すいろんしき
ουσιαστικό
- 01 συλλογισμός
推定データ すいていデータ
ουσιαστικό
- 01 εκτιμώμενα δεδομένα
推尊 すいそん
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 σεβασμός, ειδωλοποίηση
推理式 すいりしき
ουσιαστικό
- 01 συλλογισμός
推奨量 すいしょうりょう
ουσιαστικό
- 01 συνιστώμενη διαιτητική ποσότητα, συνιστώμενη ημερήσια δόση
推論エンジン すいろんエンジン
ουσιαστικό
- 01 μηχανή συμπερασμού