57 αποτελέσματα για «提»

提供側 ていきょうがわ

ουσιαστικό

  1. 01 πάροχος (πλευρά μιας συναλλαγής)
提案営業 ていあんえいぎょう

ουσιαστικό

  1. 01 πωλήσεις βάσει πρότασης
提宇子 ダイウス

ουσιαστικό

  1. 01 θεός
提灯に釣鐘 ちょうちんにつりがね

άλλο

  1. 01 δύο πράγματα που δεν ταιριάζουν καθόλου, δύο ασύμβατα μεγέθη, καμπάνες ναού με φανάρια από χαρτί
提案クラス ていあんクラス

ουσιαστικό

  1. 01 προτεινόμενη κλάση
提案要請書 ていあんようせいしょ

ουσιαστικό

  1. 01 αίτημα υποβολής προτάσεων, αίτημα προσφορών, πρόσκληση για υποβολή προσφορών
提説 ていせつ

ουσιαστικό

  1. 01 προτεινόμενη θεωρία, πρόταση
提げ重箱 さげじゅうばこ

ουσιαστικό

  1. 01 πολυώροφα κουτιά φαγητού που μεταφέρονται με το χέρι
提供価値 ていきょうかち

ουσιαστικό

  1. 01 πρόταση αξίας, υπόσχεση αξίας
提案箱 ていあんばこ

ουσιαστικό

  1. 01 κουτί προτάσεων
提案型営業 ていあんがたえいぎょう

ουσιαστικό

  1. 01 πωλήσεις βασισμένες σε προτάσεις
提げ物 さげもの

ουσιαστικό

  1. 01 μικρή τσάντα ή θήκη που κρέμεται από το ζωνάρι (όμπι) ή τη λαβή του σπαθιού
提示額 ていじがく

ουσιαστικό

  1. 01 τιμή προσφοράς, ποσό προσφοράς
提供元 ていきょうもと

ουσιαστικό

  1. 01 αρχική πηγή, πάροχος, προμηθευτής
提挈 ていけつ

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 συνεργασία
提訴人 ていそにん

ουσιαστικό

  1. 01 ενάγων
  1. 01 προτείνω
  2. 02 παίρνω μαζί μου
  3. 03 κρατάω στο χέρι