71 αποτελέσματα για «揚»

揚げ浜 あげはま

ουσιαστικό

  1. 01 τεχνητά πλημμυρισμένη αλυκή πάνω από το όριο της υψηλής παλίρροιας
  2. 02 αιχμαλωτισμένο πιόνι, αιχμαλωτισμένη πέτρα (στο παιχνίδι γκο)
揚程 ようてい

ουσιαστικό

  1. 01 μανομετρικό ύψος (αντλίας κ.λπ.)
揚げ床 あげどこ

ουσιαστικό

  1. 01 υπερυψωμένο σπορείο
揚げカス あげカス

ουσιαστικό

  1. 01 υπολείμματα τηγανίσματος, κομματάκια ζύμης ή φαγητού που μένουν στο λάδι μετά το τηγάνισμα
揚げ麩 あげふ

ουσιαστικό

  1. 01 τηγανητή γλουτένη σίτου
揚水車 ようすいしゃ

ουσιαστικό

  1. 01 υδροτροχός άντλησης νερού
揚陸艦艇 ようりくかんてい

ουσιαστικό

  1. 01 αποβατικό πλοίο
揚げ超 あげちょう

ουσιαστικό

  1. 01 υπεροχή των αναλήψεων έναντι των καταθέσεων
揚抗比 ようこうひ

ουσιαστικό

  1. 01 λόγος άνωσης-οπισθέλκουσας
揚炭機 ようたんき

ουσιαστικό

  1. 01 ανυψωτήρας γαιάνθρακα, εκφορτωτής γαιάνθρακα
揚陸料 ようりくりょう

ουσιαστικό

  1. 01 τέλος απόβασης, τέλος εκφόρτωσης
揚音 ようおん

ουσιαστικό

  1. 01 οξεία (τόνος, κ.λπ.)
揚音符 ようおんぷ

ουσιαστικό

  1. 01 οξεία
揚座敷 あがりざしき

ουσιαστικό

  1. 01 τμήμα της φυλακής Κοντεματσό (στην Έντο) που χρησιμοποιούνταν για την κράτηση υψηλόβαθμων φυλακισμένων που περίμεναν δίκη
揚げかまぼこ あげかまぼこ

ουσιαστικό

  1. 01 τηγανητό καμαμπόκο
揚子江鰐 ようすこうわに

ουσιαστικό

  1. 01 κινεζικός αλιγάτορας (Alligator sinensis)
揚げじゃが あげじゃが

ουσιαστικό

  1. 01 τηγανητή πατάτα (συμπεριλαμβάνονται οι τηγανητές πατάτες, τα τσιπς, οι κροκέτες κ.ά.)
揚巻貝 あげまきがい

ουσιαστικό

  1. 01 αγκεμακιγκάι, κινέζικο στρείδι ξυράφι
揚げ斎 あげどき

ουσιαστικό

  1. 01 τελευταίο ετήσιο μνημόσυνο για το οποίο τελείται επιμνημόσυνη δέηση (συνήθως το τριακοστό δεύτερο ή το τεσσαρακοστό ένατο)
揚子江河海豚 ようすこうかわいるか

ουσιαστικό

  1. 01 μπάιτζι (Lipotes vexillifer), κινεζικό δελφίνι του ποταμού, δελφίνι του Γιανγκτσέ