49 αποτελέσματα για «揺»

揺蚊 ユスリカ

ουσιαστικό

  1. 01 χιρονομίδης (οποιοδήποτε έντομο της οικογένειας Chironomidae), κουνούπι που δεν τσιμπά
揺り落とす ゆりおとす

ρήμα

  1. 01 τινάζω για να πέσει (π.χ. καρπούς από ένα δέντρο)
揺籃期本 ようらんきぼん

ουσιαστικό

  1. 01 ινκουνάμπουλο, βιβλίο που τυπώθηκε πριν από το 1501
揺蕩 ようとう

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 τρέμουλο, λίκνισμα
揺変性 ようへんせい

ουσιαστικό

  1. 01 θιξοτροπία
揺藻 ゆれも

ουσιαστικό

  1. 01 οσιλλατόρια (κυανοβακτήριο)
揺さぶられっ子症候群 ゆさぶられっこしょうこうぐん

ουσιαστικό

  1. 01 σύνδρομο του ανακινηθέντος βρέφους, σύνδρομο κλονισμού βρέφους
揺るがない ゆるがない

επίθετο

  1. 01 ακλόνητος, ακράδαντος, σταθερός, ανυποχώρητος
  1. 01 κουνάω
  2. 02 τινάζω
  3. 03 λικνίζομαι
  4. 04 κουνάω
  5. 05 τρέμω
  6. 06 πάλλομαι