60 αποτελέσματα για «操»

操作棒 そうさぼう

ουσιαστικό

  1. 01 ράβδος χειρισμού με γάντζο, νύχι ή άλλο μηχανισμό χειρισμού
操短 そうたん

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 περιορισμένη λειτουργία
操縦席音声記録装置 そうじゅうせきおんせいきろくそうち

ουσιαστικό

  1. 01 καταγραφέας φωνής πιλοτηρίου
操り浄瑠璃 あやつりじょうるり

ουσιαστικό

  1. 01 ιαπωνικό κουκλοθέατρο
操り芝居 あやつりしばい

ουσιαστικό

  1. 01 παράσταση με μαριονέτες
操車係 そうしゃがかり

ουσιαστικό

  1. 01 ρυθμιστής κυκλοφορίας τρένων
操業率 そうぎょうりつ

ουσιαστικό

  1. 01 ποσοστό λειτουργίας
操業費 そうぎょうひ

ουσιαστικό

  1. 01 λειτουργικά έξοδα
操作インタフェース そうさインタフェース

ουσιαστικό

  1. 01 διεπαφή χειρισμού
操作コードトラップ そうさコードトラップ

ουσιαστικό

  1. 01 παγίδα κωδικού λειτουργίας
操作除外集合 そうさじょがいしゅうごう

ουσιαστικό

  1. 01 σύνολο εξαίρεσης
操作進行状況 そうさしんこうじょうきょう

ουσιαστικό

  1. 01 πρόοδος λειτουργίας
操作対象集合 そうさたいしょうしゅうごう

ουσιαστικό

  1. 01 σύνολο συμπερίληψης
操体法 そうたいほう

ουσιαστικό

  1. 01 μορφή μυϊκής ή κινητικής θεραπείας που αναπτύχθηκε από τον Κέιζο Χασιμότο
操り人形師 あやつりにんぎょうし

ουσιαστικό

  1. 01 κουκλοπαίκτης
操縦輪 そうじゅうりん

ουσιαστικό

  1. 01 τιμόνι ελέγχου, χειριστήριο
操を立てる みさおをたてる

άλλο, ρήμα

  1. 01 τηρώ πιστά τις αρχές μου
  2. 02 διατηρώ την αγνότητά μου, παραμένω πιστός στον σύζυγό μου ή στη σύζυγό μου
操艦 そうかん

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 χειρισμός πολεμικού πλοίου
操演 そうえん

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 κουκλοθέατρο, χειρισμός μαριονετών, ειδικά εφέ (πρακτικά εφέ)
  1. 01 χειρίζομαι
  2. 02 χειρίζομαι
  3. 03 χειρίζομαι
  4. 04 κατευθύνω
  5. 05 αγνότητα
  6. 06 παρθενία
  7. 07 πιστότητα, αφοσίωση