131 αποτελέσματα για «支»

支援策 しえんさく

ουσιαστικό

  1. 01 μέτρα υποστήριξης, μέτρα βοήθειας, σχέδιο στήριξης
支所 ししょ

ουσιαστικό

  1. 01 παράρτημα (γραφείο)
支社長 ししゃちょう

ουσιαστικό

  1. 01 διευθυντής υποκαταστήματος
支持基盤 しじきばん

ουσιαστικό

  1. 01 βάση υποστήριξης (πολιτική), το εκλογικό σώμα στο οποίο βασίζεται η υποστήριξη κάποιου
支隊 したい

ουσιαστικό

  1. 01 αποσπασμένη δύναμη, απόσπασμα
支線 しせん

ουσιαστικό

  1. 01 διακλάδωση
支援団体 しえんだんたい

ουσιαστικό

  1. 01 ομάδα υποστήριξης
支那料理 しなりょうり

ουσιαστικό

  1. 01 κινεζική κουζίνα
支度部屋 したくべや

ουσιαστικό

  1. 01 καμαρίνι
支給額 しきゅうがく

ουσιαστικό

  1. 01 επίδομα, παροχή
支局長 しきょくちょう

ουσιαστικό

  1. 01 διευθυντής υποκαταστήματος, υπεύθυνος γραφείου, προϊστάμενος ανταποκριτικού γραφείου
支那語 しなご

ουσιαστικό

  1. 01 κινεζική γλώσσα
支払い済み しはらいずみ

ουσιαστικό

  1. 01 εξοφλημένος, πληρωμένος
支那事変 しなじへん

ουσιαστικό

  1. 01 Δεύτερος Σινοϊαπωνικός Πόλεμος (1937-1945)
支払額 しはらいがく

ουσιαστικό

  1. 01 ποσό πληρωμής, πληρωτέο ποσό
支払い方法 しはらいほうほう

ουσιαστικό

  1. 01 τρόπος πληρωμής
支払日 しはらいび

ουσιαστικό

  1. 01 ημερομηνία πληρωμής
支う かう

ρήμα

  1. 01 στηρίζω, υποβαστάζω
支弁 しべん

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 πληρωμή, κάλυψη εξόδων, εκταμίευση
支藩 しはん

ουσιαστικό

  1. 01 δευτερεύον φέουδο, υποτελές ηγεμονικό κρατίδιο