43 αποτελέσματα για «故»
故地 こち
ουσιαστικό
- 01 παλαιά κατοικία, παλαιά γη
- 02 τόπος που συνδέεται στη μνήμη με κάποιον
故意四球 こいしきゅう
ουσιαστικό
- 01 εσκεμμένη βάση, εσκεμμένο πέρασμα, σκοπούμενη ασυλία, η συντομογραφία IBB
故
- 01 τυχαίο γεγονός, σύμπτωση
- 02 ειδικά, κυρίως
- 03 σκόπιμα, επίτηδες
- 04 λόγος, αιτία
- 05 αιτία, λόγος
- 06 συνθήκες, περιστάσεις
- 07 ο μακαρίτης, ο εκλιπών
- 08 επομένως, συνεπώς
- 09 κατά συνέπεια, συνεπαγωγικά