99 αποτελέσματα για «整»

整理屋 せいりや

ουσιαστικό

  1. 01 τοκογλύφος που ειδικεύεται στην αναχρηματοδότηση χρεών
整序 せいじょ

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 τακτοποίηση σε σειρά
整流 せいりゅう

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 ανόρθωση, μεταγωγή
  2. 02 ευθυγράμμιση ροής, ανόρθωση ροής
整斉 せいせい

άλλο, επίρρημα, ουσιαστικό

  1. 01 τακτοποιημένος, οργανωμένος, ευτακτος, περιποιημένος
整数値 せいすうち

ουσιαστικό

  1. 01 ακέραια τιμή
整骨 せいこつ

ουσιαστικό

  1. 01 ορθοπεδική χειροπρακτική
整式 せいしき

ουσιαστικό

  1. 01 πολυώνυμο
  2. 02 ακέραια παράσταση
整理解雇 せいりかいこ

ουσιαστικό

  1. 01 απόλυση λόγω αναδιάρθρωσης, απόλυση λόγω δυσμενών οικονομικών συνθηκών
整理統合 せいりとうごう

ουσιαστικό

  1. 01 συγχώνευση, ενοποίηση, αναδιοργάνωση
整形美人 せいけいびじん

ουσιαστικό

  1. 01 γυναίκα με πλαστική επέμβαση, καλλονή μέσω αισθητικής χειρουργικής
整理回収機構 せいりかいしゅうきこう

ουσιαστικό

  1. 01 Οργανισμός Εκκαθάρισης και Είσπραξης, RCC
整除 せいじょ

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 τέλεια διαίρεση
整数以外 せいすういがい

ουσιαστικό

  1. 01 μη ακέραιος
整流管 せいりゅうかん

ουσιαστικό

  1. 01 ανορθωτική λυχνία, δίοδος
整氷 せいひょう

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 αναδιαμόρφωση πάγου, η λείανση της επιφάνειας ενός παγοδρομίου
整容 せいよう

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 ισιώνω τη στάση του σώματός μου
整理業務 せいりぎょうむ

ουσιαστικό

  1. 01 υπηρεσία τακτοποίησης, εργασία τακτοποίησης
整合説 せいごうせつ

ουσιαστικό

  1. 01 θεωρία της συνοχής (θεωρία κατά την οποία μια πρόταση είναι αληθής αν συνάδει με ένα συγκεκριμένο σύνολο άλλων προτάσεων)
整流板 せいりゅうばん

ουσιαστικό

  1. 01 ανορθωτής, πτερύγιο ροής (για την ευθυγράμμιση της ροής ρευστών)
整理淘汰 せいりとうた

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 αναδιοργάνωση ενός κλάδου ή μιας επιχείρησης και απομάκρυνση πλεονάζοντος προσωπικού, αναπροσαρμογή και περικοπές