60 αποτελέσματα για «斜»

斜面対策工 しゃめんたいさくこう

ουσιαστικό

  1. 01 σταθεροποίηση πρανούς
斜横足 ななめよこあし

ουσιαστικό

  1. 01 πλάγια μετατόπιση (βηματισμός αλόγου)
斜歯歯車 はすばはぐるま

ουσιαστικό

  1. 01 ελικοειδής οδοντωτός τροχός
斜字 しゃじ

ουσιαστικό

  1. 01 πλάγιος χαρακτήρας, κεκλιμένο γράμμα
斜格 しゃかく

ουσιαστικό

  1. 01 πλάγια πτώση
斜交群 しゃこうぐん

ουσιαστικό

  1. 01 συμπλεκτική ομάδα
斜交座標 しゃこうざひょう

ουσιαστικό

  1. 01 λοξογώνιες συντεταγμένες
斜交座標系 しゃこうざひょうけい

ουσιαστικό

  1. 01 πλάγιο σύστημα συντεταγμένων
斜交軸 しゃこうじく

ουσιαστικό

  1. 01 λοξός άξονας
斜交不整合 しゃこうふせいごう

ουσιαστικό

  1. 01 ασύμφωνη επίκληση (γεωλογία)
斜頭症 しゃとうしょう

ουσιαστικό

  1. 01 πλαγιοκεφαλία, σύνδρομο επίπεδης κεφαλής
斜行 しゃこう

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 διαγώνια κίνηση, λοξή κίνηση
斜め駐車 ななめちゅうしゃ

ουσιαστικό

  1. 01 λοξή στάθμευση, διαγώνια στάθμευση
斜路 しゃろ

ουσιαστικό

  1. 01 ράμπα, κεκλιμένο επίπεδο, γλίστρα
斜めがけ ななめがけ

ουσιαστικό

  1. 01 περασμένος χιαστί στο σώμα (π.χ. τσάντα)
斜めってる ななめってる

άλλο, ρήμα

  1. 01 γέρνω (προς τη μία πλευρά), αποκλίνω, παίρνω κλίση
斜方沸石 しゃほうふっせき

ουσιαστικό

  1. 01 χαβάζιτης
斜め向かい ななめむかい

ουσιαστικό, επίθετο

  1. 01 διαγώνια απέναντι, διαγώνια αντίκρυ
斜陽 しゃよう

ουσιαστικό

  1. 01 Το ηλιοβασίλεμα (μυθιστόρημα του 1947 από τον Οσάμου Ντάζαϊ)
  2. 02 Σαγιό
  1. 01 διαγώνιος
  2. 02 πλάγιος, λοξός
  3. 03 πλάγιος, λοξός