522 αποτελέσματα για «新»
新任 しんにん
ουσιαστικό
- 01 νεοδιορισμένος
- 02 εναρκτήριος
新兵 しんぺい
ουσιαστικό
- 01 νεοσύλλεκτος, στρατεύσιμος
新曲 しんきょく
ουσιαστικό
- 01 νέο μουσικό κομμάτι, νέο έργο, νέο τραγούδι
新婦 しんぷ
ουσιαστικό
- 01 νύφη
新嘉坡 シンガポール
ουσιαστικό
- 01 Σιγκαπούρη
新天地 しんてんち
ουσιαστικό
- 01 νέα γη, νέος κόσμος, νέο πεδίο δραστηριότητας
新聞記事 しんぶんきじ
ουσιαστικό
- 01 άρθρο εφημερίδας (ρεπορτάζ, δημοσίευμα)
新参 しんざん
ουσιαστικό
- 01 νεοφερμένος, αρχάριος
新潟 にいがた
ουσιαστικό
- 01 Νιιγκάτα (πόλη, νομός)
新人賞 しんじんしょう
ουσιαστικό
- 01 βραβείο πρωτοεμφανιζόμενου καλλιτέχνη
新薬 しんやく
ουσιαστικό
- 01 νέο φάρμακο, νέο σκεύασμα
新橋 しんばし
ουσιαστικό
- 01 Σινμπάσι (Τόκιο)
新製品 しんせいひん
ουσιαστικό
- 01 νέο προϊόν
新メニュー しんメニュー
ουσιαστικό
- 01 νέο πιάτο, καινούργια επιλογή στον κατάλογο
新郎新婦 しんろうしんぷ
ουσιαστικό
- 01 γαμπρός και νύφη
新生活 しんせいかつ
ουσιαστικό
- 01 νέα ζωή, καινούργιο ξεκίνημα, νέα καθημερινότητα
新時代 しんじだい
ουσιαστικό
- 01 νέα εποχή, νέα περίοδος, νέα χρονική περίοδος
新興宗教 しんこうしゅうきょう
ουσιαστικό
- 01 νεοφανής θρησκεία
新顔 しんがお
ουσιαστικό
- 01 νεοφερμένος
- 02 νέο πρόσωπο
新大陸 しんたいりく
ουσιαστικό
- 01 Νέος Κόσμος (ειδικότερα η Αμερική, αλλά και η Αυστραλασία)