163 αποτελέσματα για «春»

春節 しゅんせつ

ουσιαστικό

  1. 01 Κινεζική Πρωτοχρονιά, Σεληνιακό Νέο Έτος, Γιορτή της Άνοιξης
春本 しゅんぽん

ουσιαστικό

  1. 01 πορνογραφικό βιβλίο
春分の日 しゅんぶんのひ

άλλο, ουσιαστικό

  1. 01 ημέρα εαρινής ισημερίας (εθνική εορτή· 20 ή 21 Μαρτίου), ημέρα εαρινής ισημερίας
春をひさぐ はるをひさぐ

άλλο, ρήμα

  1. 01 εκδίδω τον εαυτό μου, ασκώ την πορνεία
春秋時代 しゅんじゅうじだい

ουσιαστικό

  1. 01 περίοδος Άνοιξης και Φθινοπώρου (της κινεζικής ιστορίας, περίπου 770-403 π.Χ.), περίοδος Τσουντσιού, περίοδος Τσουντσιού
春蘭 しゅんらん

ουσιαστικό

  1. 01 ευγενής ορχιδέα (Cymbidium goeringii), σουνράν
春秋戦国時代 しゅんじゅうせんごくじだい

ουσιαστικό

  1. 01 περίοδος της Άνοιξης και του Φθινοπώρου και περίοδος των Εμπόλεμων Κρατών (κινεζική ιστορία)
春の七草 はるのななくさ

άλλο, ουσιαστικό

  1. 01 τα επτά ανοιξιάτικα βότανα (οϊνάνθη, θλάσπι, γναφαλίο, αλσίνη, λαψάνα, γογγύλι και λευκό ραπανάκι)
春爛漫 はるらんまん

ουσιαστικό

  1. 01 η άνοιξη στο αποκορύφωμά της, η ακμή της άνοιξης
春寒 しゅんかん

ουσιαστικό

  1. 01 κρύος καιρός στις αρχές της άνοιξης
春の月 はるのつき

ουσιαστικό

  1. 01 ανοιξιάτικο φεγγάρι, ομιχλώδες φεγγάρι
春雪 しゅんせつ

ουσιαστικό

  1. 01 ανοιξιάτικο χιόνι
春宵 しゅんしょう

ουσιαστικό

  1. 01 ανοιξιάτικο βράδυ
春の星 はるのほし

ουσιαστικό

  1. 01 αστέρι στον ουρανό μια ανοιξιάτικη νύχτα
春服 はるふく

ουσιαστικό

  1. 01 ανοιξιάτικα ρούχα
  2. 02 πρωτοχρονιάτικα ρούχα
春景色 はるげしき

ουσιαστικό

  1. 01 ανοιξιάτικο τοπίο, ανοιξιάτικη θέα
春の雲 はるのくも

άλλο, ουσιαστικό

  1. 01 σύννεφο που αιωρείται σε ανοιξιάτικο ουρανό
春泥 しゅんでい

ουσιαστικό

  1. 01 λασπόνερα της άνοιξης, ανοιξιάτικη λάσπη (προκαλούμενη από το λιώσιμο των χιονιών), λασπώδες χιόνι
春闘 しゅんとう

ουσιαστικό

  1. 01 εαρινή εργατική επίθεση, ετήσιος γύρος διαπραγματεύσεων για τους μισθούς την άνοιξη
春の大三角 はるのだいさんかく

άλλο, ουσιαστικό

  1. 01 εαρινό τρίγωνο (αστερισμός)