45 αποτελέσματα για «更»
更紗羽太 さらさはた
ουσιαστικό
- 01 συναγρίδα-πάνθηρας (Chromileptes altivelis), στικτός σφυρίδας
更新日 こうしんび
ουσιαστικό
- 01 ημερομηνία ενημέρωσης, ημερομηνία ανανέωσης, ημέρα κατά την οποία κάτι ενημερώθηκε τελευταία φορά (ιστοσελίδα, καταχώριση κ.λπ.)
更待月 ふけまちづき
ουσιαστικό
- 01 φεγγάρι της εικοστής ημέρας του σεληνιακού μήνα
更衣所 こういしょ
ουσιαστικό
- 01 αποδυτήριο
更
- 01 αργοπορώ
- 02 νυχτερινή βάρδια
- 03 ξενυχτώ
- 04 φυσικά
- 05 ανανεώνω
- 06 ανακαινίζω
- 07 πάλι
- 08 όλο και περισσότερο
- 09 περαιτέρω