55 αποτελέσματα για «期»
期外収縮性不整脈 きがいしゅうしゅくせいふせいみゃく
ουσιαστικό
- 01 έκτακτη συστολή (αρρυθμία)
期限切れ検査 きげんぎれけんさ
ουσιαστικό
- 01 έλεγχος λήξης, έλεγχος περιόδου διατήρησης
期間契約社員 きかんけいやくしゃいん
ουσιαστικό
- 01 εργαζόμενος με σύμβαση ορισμένου χρόνου
期間社員 きかんしゃいん
ουσιαστικό
- 01 εργαζόμενος με σύμβαση ορισμένου χρόνου
期近物 きぢかもの
ουσιαστικό
- 01 τρέχουσα παράδοση, εγγύς παράδοση, νέα παράδοση
- 02 συμβόλαιο μελλοντικής εκπλήρωσης κοντινής λήξης
期近 きぢか
ουσιαστικό
- 01 πλησίον λήξης (ιδιαίτερα για συμβόλαια μελλοντικής εκπλήρωσης)
期望 きぼう
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 προσδοκώ, αναμένω με ανυπομονησία
期初 きしょ
ουσιαστικό
- 01 έναρξη περιόδου (ειδικότερα οικονομικής), αρχή θητείας
期待収益 きたいしゅうえき
ουσιαστικό
- 01 αναμενόμενα έσοδα, αναμενόμενα κέρδη, αναμενόμενη απόδοση
期待収益率 きたいしゅうえきりつ
ουσιαστικό
- 01 αναμενόμενο ποσοστό απόδοσης
期間限定品 きかんげんていひん
ουσιαστικό
- 01 προϊόν που διατίθεται μόνο για περιορισμένο χρονικό διάστημα
期待理論 きたいりろん
ουσιαστικό
- 01 θεωρία προσδοκίας (της κινητοποίησης)
期限付き移籍 きげんつきいせき
ουσιαστικό
- 01 δανεισμός, προσωρινή μεταγραφή παίκτη (σε άλλη ομάδα)
期生 きせい
επίθημα
- 01 φουρνιά (ιδίως σε σχολείο, εκπαιδευτικό πρόγραμμα, κλπ.), σειρά, ομάδα, τάξη
期
- 01 περίοδος
- 02 χρόνος
- 03 ημερομηνία
- 04 θητεία