46 αποτελέσματα για «村»
村中 むらじゅう
ουσιαστικό
- 01 εντός του χωριού, σε όλο το χωριό, καθ' όλη την έκταση του χωριού
村境 むらざかい
ουσιαστικό
- 01 όρια μεταξύ χωριών
村田銃 むらたじゅう
ουσιαστικό
- 01 μουράτα τσιού (τυφέκιο μονής βολής της περιόδου Μεϊτζί)
村上開明堂 むらかみかいめいどう
ουσιαστικό
- 01 Μουρακάμι Καϊμεϊντό
村内美術館 むらうちびじゅつかん
ουσιαστικό
- 01 Μουσείο Τέχνης Μουραούτσι
村
- 01 χωριό
- 02 κωμόπολη