105 αποτελέσματα για «松»
松山大学 まつやまだいがく
ουσιαστικό
- 01 Πανεπιστήμιο Ματσουγιάμα
松煙 しょうえん
ουσιαστικό
- 01 αιθάλη από καμένο πεύκο, σινική μελάνη (φτιαγμένη από καμένο πεύκο)
松根油 しょうこんゆ
ουσιαστικό
- 01 πευκελαιο
松下政経塾 まつしたせいけいじゅく
ουσιαστικό
- 01 Ματσουσίτα Σέικεϊ Τζούκου (Ινστιτούτο Διακυβέρνησης και Διοίκησης Ματσουσίτα)
松皮 まつかわ
ουσιαστικό
- 01 είδος ιαπωνικού πλατύψαρου (Verasper moseri)
松葉蘭 まつばらん
ουσιαστικό
- 01 ψιλότο (Psilotum nudum)
松蝉 まつぜみ
ουσιαστικό
- 01 ματσουζέμι, τζιτζίκι που εμφανίζεται σε αφθονία στα τέλη της άνοιξης
松過ぎ まつすぎ
ουσιαστικό
- 01 μετά την εορταστική περίοδο της Πρωτοχρονιάς
松下電子工業 まつしたでんしこうぎょう
ουσιαστικό
- 01 Ματσουσίτα Ντένσι Κόγκιο
松茸狩り まつたけがり
ουσιαστικό
- 01 συλλογή μανιταριών ματσουτάκε
松韻 しょういん
ουσιαστικό
- 01 μουσική του ανέμου μέσα από τα πεύκα
松茸御飯 まつたけごはん
ουσιαστικό
- 01 ρύζι μαγειρεμένο με μανιτάρια ματσουτάκε
松藻 まつも
ουσιαστικό
- 01 κοινό κερατόφυλλο (Ceratophyllum demersum)
- 02 αναλίπους ο ιαπωνικός (είδος καφέ φυκών)
松楓 しょうふう
ουσιαστικό
- 01 σφένδαμος
松葉貝 まつばがい
ουσιαστικό
- 01 ματσουμπαγκάι (είδος πεταλίδας)
松毬魚 まつかさうお
ουσιαστικό
- 01 ματσουκασάουο, ιαπωνικό ψάρι-κουκουνάρι (Monocentris japonica)
松桐坊主 まつきりぼうず
ουσιαστικό
- 01 σκοράρισμα στο παιχνίδι χανάφουντα που αποτελείται από τα φύλλα των 20 πόντων του Ιανουαρίου, του Δεκεμβρίου και του Αυγούστου
松食い虫 まつくいむし
ουσιαστικό
- 01 έντομα που βλάπτουν τα πεύκα
松手入れ まつていれ
ουσιαστικό
- 01 φροντίδα πεύκων (ειδικά το φθινόπωρο)
松材線虫 まつのざいせんちゅう
ουσιαστικό
- 01 νηματώδης του πεύκου (Bursaphelenchus xylophilus)