59 αποτελέσματα για «果»

果菜類 かさいるい

ουσιαστικό

  1. 01 φρούτα και λαχανικά
果樹園芸 かじゅえんげい

ουσιαστικό

  1. 01 καλλιέργεια οπωροφόρων δέντρων
果食 かしょく

ουσιαστικό

  1. 01 καρποφάγος
果てし無く はてしなく

επίρρημα

  1. 01 αιώνια, ατέρμονα
果糖ぶどう糖液糖 かとうぶどうとうえきとう

ουσιαστικό

  1. 01 σιρόπι καλαμποκιού υψηλής φρουκτόζης 55 (υγρό γλυκαντικό που περιέχει 55% φρουκτόζη)
果生型 かせいがた

ουσιαστικό

  1. 01 σύγχρονη εκδοχή της ιστορίας του Μομοτάρο, όπου γεννιέται μέσα σε ένα ροδάκινο
果樹栽培者 かじゅさいばいしゃ

ουσιαστικό

  1. 01 οπωροκαλλιεργητής, καλλιεργητής οπωροφόρων δέντρων
果核 かかく

ουσιαστικό

  1. 01 ενδοκάρπιο, κουκούτσι
果たて はたて

ουσιαστικό

  1. 01 τέλος, όριο, άκρη
果食動物 かしょくどうぶつ

ουσιαστικό

  1. 01 καρποφάγο ζώο
果柄 かへい

ουσιαστικό

  1. 01 ποδίσκος καρπού, γυνοφόρο
果物時計草 クダモノトケイソウ

ουσιαστικό

  1. 01 φρούτο του πάθους (Passiflora edulis), μαρακούγια
果実食主義 かじつしょくしゅぎ

ουσιαστικό

  1. 01 φρουτοφαγία
果樹園芸学 かじゅえんげいがく

ουσιαστικό

  1. 01 πομολογία, επιστήμη της οπωροκομίας
果つ はつ

ρήμα, άλλο

  1. 01 τελειώνω, ολοκληρώνομαι, εξαντλούμαι
  2. 02 πεθαίνω, αφανίζομαι
  3. 03 ολοκληρώνω πλήρως, κάνω κάτι έως το τέλος, δηλώνει ότι έχει φτάσει ένα ακραίο σημείο
果粒 かりゅう

ουσιαστικό

  1. 01 ψίχα (σε χυμό φρούτου)
  2. 02 ράγα
果物畑 くだものばたけ

ουσιαστικό

  1. 01 οπωρώνας
果たし合う はたしあう

ρήμα

  1. 01 μονομαχώ
  1. 01 φρούτο
  2. 02 ανταμοιβή
  3. 03 εκτελώ, διεξάγω
  4. 04 επιτυγχάνω, καταφέρνω
  5. 05 ολοκληρώνω
  6. 06 τέλος
  7. 07 τελειώνω, ολοκληρώνω
  8. 08 επιτυγχάνω