55 αποτελέσματα για «染»

染髪剤 せんぱつざい

ουσιαστικό

  1. 01 βαφή μαλλιών
染め分け そめわけ

ουσιαστικό

  1. 01 βαμμένος σε διάφορα χρώματα, χρωματισμένος με ποικίλες αποχρώσεις
染まり具合 そまりぐあい

ουσιαστικό

  1. 01 αποτέλεσμα της βαφής
染み出し しみだし

ουσιαστικό

  1. 01 διαρροή
染め返す そめかえす

ρήμα

  1. 01 βάφω ξανά
染色工場 せんしょくこうじょう

ουσιαστικό

  1. 01 βαφείο
染色体地図 せんしょくたいちず

ουσιαστικό

  1. 01 χρωμοσωμικός χάρτης
染色質 せんしょくしつ

ουσιαστικό

  1. 01 χρωματίνη
染め込む そめこむ

ρήμα

  1. 01 βάφω
染め型 そめがた

ουσιαστικό

  1. 01 βαμμένο μοτίβο, στάμπα βαφής
染色体突然変異 せんしょくたいとつぜんへんい

ουσιαστικό

  1. 01 χρωμοσωμική μετάλλαξη, χρωμοσωμική ανωμαλία, χρωμοσωμική διαταραχή
染め師 そめし

ουσιαστικό

  1. 01 βαφέας
染毛 せんもう

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 βαφή μαλλιών
染色素 せんしきそ

ουσιαστικό

  1. 01 χρωστική ουσία
  1. 01 βάφω
  2. 02 χρωματίζω
  3. 03 βάφω
  4. 04 λεκιάζω
  5. 05 τυπώνω