47 αποτελέσματα για «桜»

桜田門 さくらだもん

ουσιαστικό

  1. 01 Πύλη Σακουράντα, Σακουράνταμον, η νότια πύλη των αυτοκρατορικών ανακτόρων του Τόκιο
  2. 02 Μητροπολιτική Αστυνομική Διεύθυνση του Τόκιο
桜木 さくらぎ

ουσιαστικό

  1. 01 κερασιά
  2. 02 ξύλο κερασιάς
桜の園 さくらのその

ουσιαστικό

  1. 01 Βυσσινόκηπος (θεατρικό έργο του 1904 από τον Άντον Τσέχωφ)
桜井女子短大 さくらいじょしたんだい

ουσιαστικό

  1. 01 Γυναικείο Κολλέγιο Σακουράι
桜通線 さくらどおりせん

ουσιαστικό

  1. 01 Γραμμή Σακουραντόρι
桜花学園大学 おうかがくえんだいがく

ουσιαστικό

  1. 01 Ουκάγκακουεν Ντάιγκακου
  1. 01 κεράσι