85 αποτελέσματα για «植»

植物誌 しょくぶつし

ουσιαστικό

  1. 01 χλωρίδα (δημοσίευμα), βοτανολόγιο
植物細胞 しょくぶつさいぼう

ουσιαστικό

  1. 01 φυτικό κύτταρο
植う うう

ρήμα

  1. 01 φυτεύω, καλλιεργώ
植民政策 しょくみんせいさく

ουσιαστικό

  1. 01 αποικιακή πολιτική
植毛手術 しょくもうしゅじゅつ

ουσιαστικό

  1. 01 χειρουργική επέμβαση μεταμόσχευσης μαλλιών, εγχείρηση εμφύτευσης μαλλιών
植物油脂 しょくぶつゆし

ουσιαστικό

  1. 01 φυτικά λίπη και έλαια
植物種 しょくぶつしゅ

ουσιαστικό

  1. 01 φυτικό είδος
植樹祭 しょくじゅさい

ουσιαστικό

  1. 01 τελετή δενδροφύτευσης, γιορτή του δέντρου
植民地統治 しょくみんちとうち

ουσιαστικό

  1. 01 αποικιοκρατία, αποικιακή διακυβέρνηση
植林事業 しょくりんじぎょう

ουσιαστικό

  1. 01 πρόγραμμα δενδροφύτευσης
植物工場 しょくぶつこうじょう

ουσιαστικό

  1. 01 φυτικό εργοστάσιο, κλειστό σύστημα καλλιέργειας για παραγωγή λαχανικών καθ' όλη τη διάρκεια του έτους
植物性脂肪 しょくぶつせいしぼう

ουσιαστικό

  1. 01 φυτικό λίπος
植物ホルモン しょくぶつホルモン

ουσιαστικό

  1. 01 φυτική ορμόνη, φυτοορμόνη
植物防疫法 しょくぶつぼうえきほう

ουσιαστικό

  1. 01 νόμος περί φυτοπροστασίας
植物生理学 しょくぶつせいりがく

ουσιαστικό

  1. 01 φυτοφυσιολογία, φυσιολογική βοτανική
植樹事業 しょくじゅじぎょう

ουσιαστικό

  1. 01 πρόγραμμα δενδροφύτευσης
植物性ミルク しょくぶつせいミルク

ουσιαστικό

  1. 01 φυτικό γάλα, γάλα μη γαλακτοκομικής προέλευσης
植物性蛋白 しょくぶつせいたんぱく

ουσιαστικό

  1. 01 φυτική πρωτεΐνη
植皮 しょくひ

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 δερματομεταμόσχευση
植物性繊維 しょくぶつせいせんい

ουσιαστικό

  1. 01 φυτική ίνα