140 αποτελέσματα για «極»
極北 きょくほく
ουσιαστικό
- 01 ακρότατος βορράς, βόρειος πόλος
- 02 έσχατο όριο, οριακό σημείο
極薄 ごくうす
ουσιαστικό
- 01 υπερλεπτός
極振り きょくふり
ουσιαστικό
- 01 μιν-μάξινγκ, η συγκέντρωση πόντων σε μια συγκεκριμένη ικανότητα
極端に言えば きょくたんにいえば
άλλο
- 01 για να το πω με ακραίο τρόπο, για να το θέσω με ακραίους όρους
極楽極楽 ごくらくごくらく
επιφώνημα
- 01 απόλυτος παράδεισος, απόλυτη ευτυχία
極言 きょくげん
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 μιλάω ειλικρινά, φτάνω στο σημείο να πω
極右 きょくう
ουσιαστικό
- 01 άκρα δεξιά (στην πολιτική), ακροδεξιός
極楽鳥 ごくらくちょう
ουσιαστικό
- 01 παράδεισο, το πουλί του παραδείσου (οικογένεια Παραδεισίδες)
極低温 きょくていおん
ουσιαστικό
- 01 πολύ χαμηλή θερμοκρασία, κρυογονική θερμοκρασία
極め付き きわめつき
ουσιαστικό
- 01 πιστοποιημένος, εγγυημένος (ως αυθεντικός, πολύτιμος, κ.λπ.)
- 02 καθιερωμένος, αναγνωρισμένος, διακεκριμένος, διαβόητος
- 03 κορυφαίο επίτευγμα
極まり きわまり
ουσιαστικό
- 01 ακρότητα, πέρας, όριο, περιορισμός
極端に走る きょくたんにはしる
άλλο, ρήμα
- 01 φτάνω στα άκρα, υπερβάλλω, ξεπερνώ τα όρια
極微 きょくび
επίθετο, ουσιαστικό
- 01 μικροσκοπικός, απειροελάχιστος
極楽往生 ごくらくおうじょう
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 αναγέννηση στον παράδεισο, ειρηνικός θάνατος
極め ぎめ
ουσιαστικό
- 01 συμφωνημένη τακτική πληρωμή, π.χ. μηνιαία, εβδομαδιαία κ.λπ., βάσει καθορισμένης περιόδου (μήνα, εβδομάδα κ.λπ.)
極左 きょくさ
ουσιαστικό
- 01 άκρα αριστερά (στην πολιτική), εξτρεμιστική αριστερά, υπερ-αριστερά, ριζοσπαστική αριστερά
極超音速 ごくちょうおんそく
ουσιαστικό
- 01 υπερηχητική ταχύτητα
極道者 ごくどうもの
ουσιαστικό
- 01 αλήτης, κατεργάρης, ακόλαστος
極印 ごくいん
ουσιαστικό
- 01 σφραγίδα εγγύησης, σφραγίδα γνησιότητας, αποτύπωμα
- 02 στίγμα (δηλαδή σημάδι ντροπής), φήμη
極夜 きょくや
ουσιαστικό
- 01 πολική νύχτα