99 αποτελέσματα για «楽»

楽屋口 がくやぐち

ουσιαστικό

  1. 01 είσοδος παρασκηνίων
楽長 がくちょう

ουσιαστικό

  1. 01 αρχιμουσικός, μαέστρος
楽壇 がくだん

ουσιαστικό

  1. 01 μουσικός κόσμος
楽座 らくざ

ουσιαστικό

  1. 01 ελεύθερες αγορές και ανοιχτές συντεχνίες
  2. 02 τρόπος καθίσματος στο έδαφος με τα πέλματα των δύο ποδιών ενωμένα
楽劇 がくげき

ουσιαστικό

  1. 01 μουσικό δράμα, όπερα
楽天主義 らくてんしゅぎ

ουσιαστικό

  1. 01 αισιοδοξία
楽市楽座 らくいちらくざ

ουσιαστικό

  1. 01 ελεύθερες αγορές και ανοιχτές συντεχνίες, πολιτική απελευθερωμένης αγοράς κατά την περίοδο Αζούτσι-Μομογιάμα (1573-1598)
楽音 がくおん

ουσιαστικό

  1. 01 μουσικός φθόγγος
楽想 がくそう

ουσιαστικό

  1. 01 μουσικό θέμα, μοτίβο, μελωδικό υποκείμενο
楽句 がっく

ουσιαστικό

  1. 01 μουσική φράση
楽員 がくいん

ουσιαστικό

  1. 01 μέλος μουσικού συγκροτήματος
楽典 がくてん

ουσιαστικό

  1. 01 κανόνες σύνθεσης, μουσική γραμματική
楽匠 がくしょう

ουσιαστικό

  1. 01 διακεκριμένος μουσικός
楽聖 がくせい

ουσιαστικό

  1. 01 κορυφαίος μουσικός, δεξιοτέχνης μουσικός
楽節 がくせつ

ουσιαστικό

  1. 01 μουσική φράση
楽譜台 がくふだい

ουσιαστικό

  1. 01 αναλόγιο μουσικής
楽天地 らくてんち

ουσιαστικό

  1. 01 επίγειος παράδεισος
楽地 らくち

ουσιαστικό

  1. 01 ανέμελος τόπος, παράδεισος
楽屋落ち がくやおち

ουσιαστικό

  1. 01 επαγγελματική αργκό, ζητήματα ακατάληπτα για τους μη μυημένους
  2. 02 εσωτερικό αστείο, αστείο που καταλαβαίνουν μόνο όσοι ανήκουν στην ομάδα
楽友協会 がくゆうきょうかい

ουσιαστικό

  1. 01 φιλαρμονική εταιρεία, σύλλογος φίλων της μουσικής