44 αποτελέσματα για «樹»

樹木学 じゅもくがく

ουσιαστικό

  1. 01 δενδρολογία
樹妖精 じゅようせい

ουσιαστικό

  1. 01 ξωτικό του δάσους (ειδικά στην ιαπωνική λαϊκή κουλτούρα), δρυάδα
樹勢 じゅせい

ουσιαστικό

  1. 01 υγεία δέντρου, ανάπτυξη δέντρου
  1. 01 ξυλεία
  2. 02 δέντρο
  3. 03 ξύλο
  4. 04 ιδρύω
  5. 05 στήνω