158 αποτελέσματα για «武»

武器弾薬 ぶきだんやく

ουσιαστικό

  1. 01 όπλα και πυρομαχικά
武闘家 ぶとうか

ουσιαστικό

  1. 01 πολεμικός καλλιτέχνης, παλαιστής
武装勢力 ぶそうせいりょく

ουσιαστικό

  1. 01 ένοπλη ομάδα, ένοπλοι αντάρτες
武力衝突 ぶりょくしょうとつ

ουσιαστικό

  1. 01 ένοπλη σύγκρουση, στρατιωτική σύρραξη
武装蜂起 ぶそうほうき

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 ένοπλη εξέγερση
武道場 ぶどうじょう

ουσιαστικό

  1. 01 χώρος πολεμικών τεχνών (μέσα σε σχολείο, γυμναστήριο, κ.λπ.)
武辺 ぶへん

ουσιαστικό

  1. 01 στρατιωτικά ζητήματα, στρατιωτικοί
武夫 ぶふ

ουσιαστικό

  1. 01 πολεμιστής, στρατιώτης, σαμουράι
武装を解く ぶそうをとく

άλλο, ρήμα

  1. 01 καταθέτω τα όπλα, αφοπλίζω, αποστρατιωτικοποιώ
武士階級 ぶしかいきゅう

ουσιαστικό

  1. 01 τάξη πολεμιστών
武備 ぶび

ουσιαστικό

  1. 01 στρατιωτική προετοιμασία, εξοπλισμοί, άμυνες
武装組織 ぶそうそしき

ουσιαστικό

  1. 01 ένοπλη οργάνωση
武力介入 ぶりょくかいにゅう

ουσιαστικό

  1. 01 ένοπλη επέμβαση
武断 ぶだん

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 μιλιταρισμός
武張る ぶばる

ρήμα

  1. 01 παριστάνω τον στρατιωτικό, έχω πολεμικό ύφος
武運長久 ぶうんちょうきゅう

άλλο

  1. 01 παντοτινή τύχη στη μάχη, συνεχιζόμενη εύνοια στον πόλεμο
武略 ぶりゃく

ουσιαστικό

  1. 01 στρατηγική, στρατιωτική τακτική
武力攻撃 ぶりょくこうげき

ουσιαστικό

  1. 01 ένοπλη επίθεση
武士団 ぶしだん

ουσιαστικό

  1. 01 ομάδα πολεμιστών (συχνά σχηματισμένη από συγγενικές ή εξαρτημένες οικογένειες), σύνολο σαμουράι
武臣 ぶしん

ουσιαστικό

  1. 01 στρατιωτικός ακόλουθος, ένοπλος υπηρέτης