71 αποτελέσματα για «殺»

殺害者 さつがいしゃ

ουσιαστικό

  1. 01 δολοφόνος, φονιάς
殺人剣 さつじんけん

ουσιαστικό

  1. 01 φονικό σπαθί, σπαθί που χρησιμοποιείται για να σκοτώσει
殺菌作用 さっきんさよう

ουσιαστικό

  1. 01 βακτηριοκτόνος δράση, μικροβιοκτόνος δράση
殺人課 さつじんか

ουσιαστικό

  1. 01 τμήμα ανθρωποκτονιών (της αστυνομίας)
殺鼠剤 さっそざい

ουσιαστικό

  1. 01 ποντικοφάρμακο, τρωκτικοκτόνο
殺生禁断 せっしょうきんだん

ουσιαστικό

  1. 01 απαγόρευση του κυνηγιού και του ψαρέματος
殺人刀 さつじんとう

ουσιαστικό

  1. 01 φονικό σπαθί, λάμα, ατσάλι
殺精子剤 さつせいしざい

ουσιαστικό

  1. 01 σπερματοκτόνο
殺人ロボット さつじんロボット

ουσιαστικό

  1. 01 φονικό ρομπότ, φονικό αυτόνομο όπλο, LAWS
殺菌剤 さっきんざい

ουσιαστικό

  1. 01 απολυμαντικό, μικροβιοκτόνο
殺鬼 せっき

ουσιαστικό

  1. 01 δαίμονας, τέρας που φονεύει ανθρώπους
  2. 02 εφημερότητα, παροδικότητα
殺屋 そぎや

ουσιαστικό

  1. 01 κατάστημα εκποίησης
殺し場 ころしば

ουσιαστικό

  1. 01 σκηνή φόνου (στο καμπούκι κ.ά.)
殺菌力 さっきんりょく

ουσιαστικό

  1. 01 αποστειρωτικές ιδιότητες, μικροβιοκτόνες ιδιότητες, βακτηριοκτόνος δύναμη
殺菌灯 さっきんとう

ουσιαστικό

  1. 01 λάμπα αποστείρωσης
殺虫灯 さっちゅうとう

ουσιαστικό

  1. 01 παγίδα εντόμων με φως, ηλεκτρική εντομοκτόνος συσκευή, ηλεκτρική παγίδα εντόμων
殺陣師 たてし

ουσιαστικό

  1. 01 χορογράφος σκηνών μάχης με σπαθιά
殺人予備罪 さつじんよびざい

ουσιαστικό

  1. 01 αδίκημα προπαρασκευής ανθρωποκτονίας
殺真菌薬 さつしんきんやく

ουσιαστικό

  1. 01 μυκητοκτόνο
殺菌消毒剤 さっきんしょうどくざい

ουσιαστικό

  1. 01 απολυμαντικό