100 αποτελέσματα για «比»
比々 ひひ
άλλο, επίρρημα
- 01 όλοι, ο καθένας ξεχωριστά, ο καθείς και όλοι
比較言語学 ひかくげんごがく
ουσιαστικό
- 01 συγκριτική γλωσσολογία
比推力 ひすいりょく
ουσιαστικό
- 01 ειδική ώθηση
比較文学 ひかくぶんがく
ουσιαστικό
- 01 συγκριτική φιλολογία
比重計 ひじゅうけい
ουσιαστικό
- 01 πυκνόμετρο, υδρόμετρο
比誘電率 ひゆうでんりつ
ουσιαστικό
- 01 διηλεκτρική σταθερά, σχετική διηλεκτρική επιτρεπτότητα, ειδική επαγωγική χωρητικότητα
比内鶏 ひないどり
ουσιαστικό
- 01 ράτσα κότας που κατάγεται από τον νομό Ακίτα
比隣 ひりん
ουσιαστικό
- 01 κοντινή περιοχή, γειτονιά
比較生理学 ひかくせいりがく
ουσιαστικό
- 01 συγκριτική φυσιολογία
比較法学 ひかくほうがく
ουσιαστικό
- 01 συγκριτικό δίκαιο
比を求める ひをもとめる
άλλο, ρήμα
- 01 υπολογίζω τον λόγο
比較宗教学 ひかくしゅうきょうがく
ουσιαστικό
- 01 συγκριτική θρησκειολογία
比例区 ひれいく
ουσιαστικό
- 01 εκλογική περιφέρεια αναλογικής εκπροσώπησης
比例配分 ひれいはいぶん
ουσιαστικό
- 01 ανάλογη κατανομή
比較優位 ひかくゆうい
ουσιαστικό
- 01 συγκριτικό πλεονέκτημα
比較神話学 ひかくしんわがく
ουσιαστικό
- 01 συγκριτική μυθολογία
比較文化 ひかくぶんか
ουσιαστικό
- 01 διαπολιτισμικός, συγκριτική κουλτούρα
比価 ひか
ουσιαστικό
- 01 ισοτιμία
比日 ひにち
ουσιαστικό
- 01 Φιλιππίνες και Ιαπωνία
比例に応じて ひれいにおうじて
ουσιαστικό
- 01 ανάλογα, κατ' αναλογία