67 αποτελέσματα για «汚»

汚行 おこう

ουσιαστικό

  1. 01 σκανδαλώδης διαγωγή, επαίσχυντη συμπεριφορά
汚穢屋 おわいや

ουσιαστικό

  1. 01 αυτός που συλλέγει τα ανθρώπινα περιττώματα
汚涜 おとく

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 βλασφημία, βεβήλωση
汚染除去 おせんじょきょ

ουσιαστικό

  1. 01 απολύμανση, εξυγίανση, απορρύπανση
汚ギャル おギャル

ουσιαστικό

  1. 01 ανθυγιεινή νεαρή γυναίκα, βρώμικο κορίτσι
汚染源 おせんげん

ουσιαστικό

  1. 01 πηγή ρύπανσης
汚染レベル おせんレベル

ουσιαστικό

  1. 01 επίπεδο μόλυνσης
汚言症 おげんしょう

ουσιαστικό

  1. 01 κοπρολαλία, ακούσια χρήση άσεμνης γλώσσας
汚職撲滅 おしょくぼくめつ

ουσιαστικό

  1. 01 εξάλειψη της διαφθοράς
汚言 おげん

ουσιαστικό

  1. 01 προφέρω συχνά άσεμνες λέξεις ή κοινωνικά απρεπείς εκφράσεις
汚水だめ おすいだめ

ουσιαστικό

  1. 01 βόθρος, σηπτική δεξαμενή
汚鮫 よごれざめ

ουσιαστικό

  1. 01 ωκεάνιος λευκοπτέρυγος καρχαρίας (Carcharhinus longimanus)
汚染菌 おせんきん

ουσιαστικό

  1. 01 μολυσματικός μικροοργανισμός, επιμολυντής
汚染者負担原則 おせんしゃふたんげんそく

ουσιαστικό

  1. 01 αρχή ο ρυπαίνων πληρώνει, αρχή επιβάρυνσης του ρυπαίνοντος
汚い爆弾 きたないばくだん

άλλο, ουσιαστικό

  1. 01 βρόμικη βόμβα, ραδιολογική συσκευή διασποράς
汚吏 おり

ουσιαστικό

  1. 01 διεφθαρμένος αξιωματούχος
汚る けがる

ρήμα

  1. 01 παραβιάζομαι, διαφθείρομαι, μολύνομαι, λεκιάζομαι
汚る よごる

ρήμα

  1. 01 λερώνωμαι, βρωμίζωμαι
  2. 02 κηλιδώνομαι, διαφθείρομαι, χάνω την αγνότητά μου
汚い戦争 きたないせんそう

άλλο, ουσιαστικό

  1. 01 βρώμικος πόλεμος (περίοδος κρατικής τρομοκρατίας στην Αργεντινή, 1976-1983)
汚破損 おはそん

ουσιαστικό

  1. 01 λέκιασμα, φθορά, ρύπανση, αλλοίωση, ζημιά