64 αποτελέσματα για «沈»
沈菜 キムチ
ουσιαστικό
- 01 κίμτσι
沈香も焚かず屁も放らず じんこうもたかずへもひらず
άλλο
- 01 αυτός που δεν κάνει ούτε καλό ούτε κακό, αδιάφορος, άχρωμος (κυριολεκτικά: δεν καίει αετόξυλο ούτε αφήνει πορδή)
沈降海岸 ちんこうかいがん
ουσιαστικό
- 01 καταβυθισμένη ακτογραμμή
沈砂 ちんさ
ουσιαστικό
- 01 άμμος, ίζημα, κροκάλες
沈埋工法 ちんまいこうほう
ουσιαστικό
- 01 κατασκευή υποθαλάσσιων σηράγγων με τη βύθιση προκατασκευασμένων κιβωτοειδών οχετών
沈黙は金雄弁は銀 ちんもくはきんゆうべんはぎん
άλλο
- 01 η ομιλία είναι ασήμι, η σιωπή είναι χρυσός
沈積岩 ちんせきがん
ουσιαστικό
- 01 ιζηματογενές πέτρωμα
沈船捜索救助計画 ちんせんそうさくきゅうじょけいかく
ουσιαστικό
- 01 πρόγραμμα συστημάτων βαθιάς κατάδυσης (DSSP)
沈船ブイ ちんせんブイ
ουσιαστικό
- 01 σημαδούρα ναυαγίου
沈船ダイビング ちんせんダイビング
ουσιαστικό
- 01 καταδύσεις σε ναυάγια
雄弁は銀、沈黙は金 ゆうべんはぎん、ちんもくはきん
άλλο
- 01 η ευγλωττία είναι ασήμι, η σιωπή είναι χρυσός
沈着率 ちんちゃくりつ
ουσιαστικό
- 01 ρυθμός εναπόθεσης, κλάσμα εναπόθεσης
沈子 ちんし
ουσιαστικό
- 01 βαρίδι (διχτυού), μολύβι (πετονιάς)
沈水海岸 ちんすいかいがん
ουσιαστικό
- 01 βυθιζόμενη ακτογραμμή, βυθισμένη ακτή, βυθισμένη ακτογραμμή
沈水植物 ちんすいしょくぶつ
ουσιαστικό
- 01 υδρόβιο φυτό, υποβρύχια βλάστηση
沈黙交易 ちんもくこうえき
ουσιαστικό
- 01 σιωπηλό εμπόριο, βουβή ανταλλαγή προϊόντων, εμπόριο μέσω αποθήκης
沈積物 ちんせきぶつ
ουσιαστικό
- 01 απόθεση, ίζημα, καθίζηση
沈む瀬あれば浮かぶ瀬あり しずむせあればうかぶせあり
άλλο
- 01 η ζωή έχει τα πάνω της και τα κάτω της, όποιος πέφτει σήμερα μπορεί να σηκωθεί αύριο
沈黙の殺人者 ちんもくのさつじんしゃ
άλλο, ουσιαστικό
- 01 αθόρυβος δολοφόνος
沈床園 ちんしょうえん
ουσιαστικό
- 01 βυθισμένος κήπος