43 αποτελέσματα για «派»

派生クラス はせいクラス

ουσιαστικό

  1. 01 παράγωγη κλάση
派生音 はせいおん

ουσιαστικό

  1. 01 αλλοιωμένη νότα (δίεση ή ύφεση), μη φυσική νότα
  1. 01 παράταξη, φατρία
  2. 02 ομάδα
  3. 03 κόμμα, παράταξη
  4. 04 κλίκα, παρέα
  5. 05 αίρεση, σέχτα
  6. 06 σχολή, ρεύμα