52 αποτελέσματα για «浅»

浅木炭 あさぎずみ

ουσιαστικό

  1. 01 χαμηλής ποιότητας κάρβουνο που παράγεται από ακατέργαστο ξύλο
浅漬大根 あさづけだいこん

ουσιαστικό

  1. 01 ημιαποξηραμένο ραπανάκι ντάικον, αλατισμένο και τουρσί σε κότζι
浅堆 せんたい

ουσιαστικό

  1. 01 ρηχά, αβαθή
浅眠 せんみん

ουσιαστικό

  1. 01 ελαφρύς ύπνος, κακός ύπνος
浅め あさめ

ουσιαστικό, επίθετο

  1. 01 ρηχούτσικος, κάπως ρηχός, σχετικά ρηχός, αρκετά ρηχός
浅葱裏 あさぎうら

ουσιαστικό

  1. 01 ασαγκιούρα, γαλαζοπράσινη φόδρα, κιμονό με γαλαζοπράσινη φόδρα
  2. 02 αφελής επαρχιώτης σαμουράι (που υπηρετεί στο Έντο)
浅側頭動脈 せんそくとうどうみゃく

ουσιαστικό

  1. 01 επιπολής κροταφική αρτηρία
浅会陰横筋 せんえいんおうきん

ουσιαστικό

  1. 01 επιπολής εγκάρσιος μυς του περιναίου
浅沼組 あさぬまぐみ

ουσιαστικό

  1. 01 Ασανουμά Γκούμι
浅草線 あさくさせん

ουσιαστικό

  1. 01 γραμμή Ασακούσα
浅野組 あさのぐみ

ουσιαστικό

  1. 01 Ασάνο-γκούμι (συνδικάτο γιακούζα)
  1. 01 ρηχός
  2. 02 επιφανειακός
  3. 03 επιπόλαιος
  4. 04 άθλιος, ταλαίπωρος
  5. 05 επαίσχυντος, ντροπιαστικός