44 αποτελέσματα για «淫»

淫筒 いんとう

ουσιαστικό

  1. 01 κολπικός δίαυλος
淫裂 いんれつ

ουσιαστικό

  1. 01 αιδοίο, γυναικεία γεννητικά όργανα
淫楽 いんらく

ουσιαστικό

  1. 01 σαρκική ηδονή, αισθησιακή απόλαυση
  1. 01 αισχρότητα, πορνεία, ακολασία
  2. 02 ασέλγεια, ακολασία