75 αποτελέσματα για «渡»

渡独 とどく

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 μετάβαση στη Γερμανία
渡中 とちゅう

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 μετάβαση στην Κίνα
渡り初め わたりぞめ

ουσιαστικό

  1. 01 τελετή εγκαινίων γέφυρας, πρώτη διάβαση γέφυρας
渡台 とたい

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 μετάβαση στην Ταϊβάν
渡し銭 わたしせん

ουσιαστικό

  1. 01 ναύλο πορθμείου, αντίτιμο για τη μεταφορά με πλοιάριο
渡り奉公 わたりぼうこう

ουσιαστικό

  1. 01 υπηρετώ διαδοχικά διαφορετικούς εργοδότες ως υπηρέτης
渡る世間に鬼はない わたるせけんにおにはない

άλλο, επίθετο

  1. 01 δεν είναι όλοι οι άνθρωποι κακοί, μην δυσπιστείς σε όλους, υπάρχει καλοσύνη που μπορεί να βρεθεί παντού
渡航自粛勧告 とこうじしゅくかんこく

ουσιαστικό

  1. 01 ταξιδιωτική οδηγία
渡満 とまん

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 μετάβαση στη Μαντζουρία
渡鴉 わたりがらす

ουσιαστικό

  1. 01 κοράκι (Corvus corax)
渡印 といん

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 μετάβαση στην Ινδία
渡信天翁 わたりあほうどり

ουσιαστικό

  1. 01 εξωτικός άλμπατρος (Diomedea exulans)
渡り箸 わたりばし

ουσιαστικό

  1. 01 χρήση των ξυλοφαγιών για μεταπήδηση από το ένα συνοδευτικό πιάτο στο άλλο χωρίς ενδιάμεση κατανάλωση ρυζιού (θεωρείται παραβίαση του savoir vivre)
渡し込み わたしこみ

ουσιαστικό

  1. 01 τεχνική ρίψης του αντιπάλου σπρώχνοντας το στήθος του ενώ κρατάς τον μηρό του, ρίψη με λαβή στον μηρό και σπρώξιμο
渡し箸 わたしばし

ουσιαστικό

  1. 01 τοποθέτηση των ξυλοφαγιών οριζόντια πάνω από το μπολ (θεωρείται έλλειψη καλών τρόπων)
渡露 とろ

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 μετάβαση στη Ρωσία
渡来神 とらいしん

ουσιαστικό

  1. 01 θεότητα που προήλθε από την ηπειρωτική Ασία, ιδίως από την Κορεατική Χερσόνησο, κατά τις περιόδους Γιαγιόι ή Κοφούν (π.χ. Αμέ νο Χιμπόκο)
渡りの時期 わたりのじき

ουσιαστικό, άλλο

  1. 01 περίοδος αποδημίας πτηνών
渡西 とせい

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 μετάβαση στην Ισπανία
渡星 とせい

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 μετάβαση στη Σιγκαπούρη