47 αποτελέσματα για «測»
測量法 そくりょうほう
ουσιαστικό
- 01 νόμος για τις τοπογραφήσεις
測色 そくしょく
ουσιαστικό
- 01 χρωματομετρία, χρωματική μέτρηση
測色計 そくしょくけい
ουσιαστικό
- 01 χρωματόμετρο
測距 そっきょ
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 μέτρηση απόστασης, υπολογισμός απόστασης
測器 そっき
ουσιαστικό
- 01 συσκευή μέτρησης, όργανο μέτρησης
測程儀 そくていぎ
ουσιαστικό
- 01 υδρομετρικό όργανο (όργανο μέτρησης ταχύτητας πλοίου)
測
- 01 μετράω το βάθος
- 02 σχεδιάζω
- 03 σχεδιάζω, μηχανεύομαι
- 04 μετράω