93 αποτελέσματα για «準»

準安定 じゅんあんてい

ουσιαστικό, επίθετο

  1. 01 μετασταθιμότητα
準尺 じゅんしゃく

ουσιαστικό

  1. 01 ράβδος χωροσταθμίας (χωροστάθμηση)
準備満タン じゅんびまんタン

άλλο

  1. 01 πλήρως προετοιμασμένος, απόλυτα έτοιμος
準的 じゅんてき

ουσιαστικό

  1. 01 στόχος, αντικείμενο, σκοπός
準同型 じゅんどうけい

ουσιαστικό

  1. 01 ομομορφισμός
準体助詞 じゅんたいじょし

ουσιαστικό

  1. 01 σωματίδιο που προστίθεται σε φράση και επιδρά στο σύνολό της
準行 じゅんこう

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 ακολουθώ (πρότυπο, δεδικασμένο κ.λπ.)
準準決勝 じゅんじゅんけっしょう

ουσιαστικό

  1. 01 προημιτελικός
準禁治産者 じゅんきんちさんしゃ

ουσιαστικό

  1. 01 περιορισμένα ικανό πρόσωπο (δικαστικά)
準特急 じゅんとっきゅう

ουσιαστικό

  1. 01 ημιταχύς συρμός (ημιεκπρές)
準結晶 じゅんけっしょう

ουσιαστικό

  1. 01 ημικρύσταλλος, παρακρύσταλλος
準学士 じゅんがくし

ουσιαστικό

  1. 01 πτυχιούχος junior college, πτυχίο junior college
準備通貨 じゅんびつうか

ουσιαστικό

  1. 01 αποθεματικό νόμισμα
準準決勝戦 じゅんじゅんけっしょうせん

ουσιαστικό

  1. 01 προημιτελικός αγώνας τουρνουά
準教員 じゅんきょういん

ουσιαστικό

  1. 01 βοηθός δάσκαλος (σε δημοτικό σχολείο, 1886-1946)
準備管制 じゅんびかんせい

ουσιαστικό

  1. 01 προκαταρκτικός έλεγχος φωτισμού
準備銀行 じゅんびぎんこう

ουσιαστικό

  1. 01 κεντρική τράπεζα, τράπεζα αποθεματικών
準星 じゅんせい

ουσιαστικό

  1. 01 κβάζαρ, οιονεί αστρικό αντικείμενο
準ミリ波 じゅんミリは

ουσιαστικό

  1. 01 υποχιλιοστομετρικό κύμα
準体言 じゅんたいげん

ουσιαστικό

  1. 01 δευτερεύον ουσιαστικό (κλιτή λέξη ή φράση που λειτουργεί ως μη κλιτή εντός πρότασης)