80 αποτελέσματα για «溶»

溶存酸素 ようぞんさんそ

ουσιαστικό

  1. 01 διαλυμένο οξυγόνο
溶融塩 ようゆうえん

ουσιαστικό

  1. 01 τηγμένο άλας, λιωμένο αλάτι
溶解熱 ようかいねつ

ουσιαστικό

  1. 01 θερμότητα διάλυσης
溶銑 ようせん

ουσιαστικό

  1. 01 τετηγμένος σίδηρος
溶血性尿毒症症候群 ようけつせいにょうどくしょうしょうこうぐん

ουσιαστικό

  1. 01 αιμολυτικό ουραιμικό σύνδρομο
溶化 ようか

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 τήξη, χύτευση
溶質 ようしつ

ουσιαστικό

  1. 01 διαλυμένη ουσία
溶連菌 ようれんきん

ουσιαστικό

  1. 01 αιμολυτικός στρεπτόκοκκος
溶溶 ようよう

άλλο, επίρρημα

  1. 01 αχανής, πλημμυρισμένος από νερό, ευρύχωρος
溶発 ようはつ

ουσιαστικό

  1. 01 απλαστική ασπίδα, θερμική ασπίδα που αποσυντίθεται (πύραυλος)
溶きがらし ときがらし

ουσιαστικό

  1. 01 σιναπόπαστα, αλοιφή από μουστάρδα
溶接剤 ようせつざい

ουσιαστικό

  1. 01 συλλίπασμα συγκόλλησης
溶媒和物 ようばいわぶつ

ουσιαστικό

  1. 01 διαλυτικό σύμπλοκο
溶血性連鎖球菌 ようけつせいれんさきゅうきん

ουσιαστικό

  1. 01 αιμολυτικός στρεπτόκοκκος
溶存 ようぞん

άλλο, ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 διαλυμένος
  2. 02 διάλυση
溶接打点 ようせつだてん

ουσιαστικό

  1. 01 σημείο συγκόλλησης
溶連菌感染症 ようれんきんかんせんしょう

ουσιαστικό

  1. 01 λοίμωξη από αιμολυτικό στρεπτόκοκκο, λοίμωξη από β-αιμολυτικό στρεπτόκοκκο ομάδας Α, GABHS
溶岩尖塔 ようがんせんとう

ουσιαστικό

  1. 01 ηφαιστειακός οβελίσκος
溶融型熱転写プリンタ ようゆうがたねつてんしゃプリンタ

ουσιαστικό

  1. 01 εκτυπωτής αλλαγής φάσης
溶点 ようてん

ουσιαστικό

  1. 01 σημείο τήξης