94 αποτελέσματα για «演»
演舞場 えんぶじょう
ουσιαστικό
- 01 θέατρο, θεατρική σκηνή
演義 えんぎ
ουσιαστικό
- 01 εκλαϊκευση, απλούστευση, εξήγηση με απλή γλώσσα
- 02 προσαρμογή ιστορικών γεγονότων για ευρύ κοινό (ειδικά στην Κίνα), συγγραφή ιστορικού μυθιστορήματος
演芸会 えんげいかい
ουσιαστικό
- 01 ψυχαγωγική εκδήλωση, παράσταση
演劇界 えんげきかい
ουσιαστικό
- 01 θεατρικός κόσμος
演説家 えんぜつか
ουσιαστικό
- 01 ομιλητής, ρήτορας
演算器 えんざんき
ουσιαστικό
- 01 λειτουργική μονάδα (π.χ. στην αναλογική υπολογιστική)
演説口調 えんぜつくちょう
ουσιαστικό
- 01 ρητορικό ύφος
演算素子 えんざんそし
ουσιαστικό
- 01 λογικό στοιχείο
演算回路 えんざんかいろ
ουσιαστικό
- 01 κύκλωμα πράξεων
演繹法 えんえきほう
ουσιαστικό
- 01 παραγωγική μέθοδος, παραγωγή
演習室 えんしゅうしつ
ουσιαστικό
- 01 αίθουσα σεμιναρίων
演武場 えんぶじょう
ουσιαστικό
- 01 ντότζο (αίθουσα που χρησιμοποιείται για την εκπαίδευση στις πολεμικές τέχνες)
演戯 えんぎ
ουσιαστικό
- 01 δράμα, θεατρικό έργο
演壇に登る えんだんにのぼる
άλλο, ρήμα
- 01 ανεβαίνω στο βήμα
演習林 えんしゅうりん
ουσιαστικό
- 01 ερευνητικό δάσος, πειραματικό δάσος
演芸館 えんげいかん
ουσιαστικό
- 01 μουσική σκηνή, αίθουσα ψυχαγωγίας
演習問題 えんしゅうもんだい
ουσιαστικό
- 01 ασκήσεις εξάσκησης
演能 えんのう
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 παράσταση θεάτρου νο, η ερμηνεία ενός έργου νο
演算時間 えんざんじかん
ουσιαστικό
- 01 χρόνος εκτέλεσης πράξεων
演劇活動 えんげきかつどう
ουσιαστικό
- 01 θεατρικές δραστηριότητες, θεατρική εργασία