65 αποτελέσματα για «潜»

潜舵 せんだ

ουσιαστικό

  1. 01 υδροπλάνο (υποβρυχίων), πηδάλιο βάθους
潜水空母 せんすいくうぼ

ουσιαστικό

  1. 01 υποβρύχιο αεροπλανοφόρο
潜伏性 せんぷくせい

ουσιαστικό

  1. 01 λανθάνουσα κατάσταση, λανθάνουσα φύση
潜水器 せんすいき

ουσιαστικό

  1. 01 καταδυτική συσκευή
潜像 せんぞう

ουσιαστικό

  1. 01 λανθάνουσα εικόνα
潜時 せんじ

ουσιαστικό

  1. 01 λανθάνων χρόνος
潜在失業 せんざいしつぎょう

ουσιαστικό

  1. 01 αφανής ανεργία
潜在主権 せんざいしゅけん

ουσιαστικό

  1. 01 ενεργός κυριαρχία (υπόλοιπη κυριαρχία)
潜函 せんかん

ουσιαστικό

  1. 01 κιβώτιο θεμελίωσης, τεχνητός φρεατοπάσσαλος
潜函病 せんかんびょう

ουσιαστικό

  1. 01 νόσος των δυτών, νόσος της αποσυμπίεσης
潜水作業員 せんすいさぎょういん

ουσιαστικό

  1. 01 δύτης
潜脱 せんだつ

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 καταστρατήγηση του νόμου, παράκαμψη του νόμου (μέσω της χρήσης νόμιμων μέσων για την επίτευξη αποτελέσματος που κανονικά επιτυγχάνεται μόνο με παράνομα)
潜海燕 もぐりうみつばめ

ουσιαστικό

  1. 01 καταδυόμενο πετροτρέλλο (ειδικότερα το κοινό καταδυόμενο πετροτρέλλο, Pelecanoides urinatrix)
潜在変数 せんざいへんすう

ουσιαστικό

  1. 01 λανθάνουσα μεταβλητή (για παράδειγμα στη στατιστική)
潜在受信者 せんざいじゅしんしゃ

ουσιαστικό

  1. 01 δυνητικός αποδέκτης
潜熱蓄熱 せんねつちくねつ

ουσιαστικό

  1. 01 αποθήκευση λανθάνοντος θερμότητας
潜在精巣 せんざいせいそう

ουσιαστικό

  1. 01 κρυψορχία, ακάθοδος όρχις, παρακρατημένος όρχις
潜在空隙 せんざいくうげき

ουσιαστικό

  1. 01 δυνητικός χώρος
潜らせる くぐらせる

ρήμα

  1. 01 περνώ κάτι μέσα από κάτι (κυρίως στη μαγειρική), βουτώ κάτι (μέσα σε)
潜水反射 せんすいはんしゃ

ουσιαστικό

  1. 01 αντανακλαστικό κατάδυσης