100 αποτελέσματα για «点»

点数制 てんすうせい

ουσιαστικό

  1. 01 σύστημα βαθμολογίας
点集合 てんしゅうごう

ουσιαστικό

  1. 01 σύνολο σημείων
点対称 てんたいしょう

ουσιαστικό

  1. 01 κεντρική συμμετρία
点火プラグ てんかプラグ

ουσιαστικό

  1. 01 μπουζί
点灯夫 てんとうふ

ουσιαστικό

  1. 01 φανοκόρος, υπάλληλος δήμου που άναβε τα φανάρια δρόμου με λάδι ή αέριο
点描画 てんびょうが

ουσιαστικό

  1. 01 πουαντιγιιστική ζωγραφική
点火栓 てんかせん

ουσιαστικό

  1. 01 μπουζί
点滴注射 てんてきちゅうしゃ

ουσιαστικό

  1. 01 ενδοφλέβια έγχυση
点火器 てんかき

ουσιαστικό

  1. 01 αναφλεκτήρας
点火薬 てんかやく

ουσιαστικό

  1. 01 εκρηκτικά ανάφλεξης, πυρίτιδα πυροδότησης
点が辛い てんがからい

άλλο, επίθετο

  1. 01 αυστηρός στη βαθμολόγηση, αυστηρός στην αξιολόγηση
点鼻薬 てんびやく

ουσιαστικό

  1. 01 ρινικές σταγόνες
点穴 てんけつ

ουσιαστικό

  1. 01 σημεία πίεσης (για παράδειγμα για την εφαρμογή μόξα)
  2. 02 ευάλωτα σημεία του σώματος
点滅器 てんめつき

ουσιαστικό

  1. 01 διακόπτης (για φωτιστικό), αναλαμπέας
点耳薬 てんじやく

ουσιαστικό

  1. 01 ωτικά σταγόνες (φάρμακο), σταγόνες αυτιού
点眼剤 てんがんざい

ουσιαστικό

  1. 01 κολλύριο, οφθαλμικές σταγόνες
点者 てんじゃ

ουσιαστικό

  1. 01 κριτικός της ποίησης χαϊκού
点訳 てんやく

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 μεταφράζω σε γραφή Μπράιγ
点取り虫 てんとりむし

ουσιαστικό

  1. 01 μελετηρός μαθητής, επιμελής μαθητής, φυτό
点茶 てんちゃ

ουσιαστικό

  1. 01 παρασκευή τσαγιού σε σκόνη (κατά τη διάρκεια τελετής τσαγιού)