43 αποτελέσματα για «焦»

焦土作戦 しょうどさくせん

ουσιαστικό

  1. 01 στρατηγική καμένης γης (πολιτική, τακτική)
焦土と化す しょうどとかす

άλλο, ρήμα

  1. 01 ισοπεδώνομαι από φωτιά, μετατρέπομαι σε στάχτη
  1. 01 καρβουνιάζω
  2. 02 βιάζομαι
  3. 03 ανυπόμονος
  4. 04 ερεθίζω
  5. 05 καίω
  6. 06 καψαλίζω
  7. 07 καψαλίζω