71 αποτελέσματα για «然»
然ばかり さばかり
επίρρημα
- 01 σε εκείνο τον βαθμό, τόσο πολύ
- 02 πάρα πολύ, σε μεγάλο βαθμό
然有らぬ さあらぬ
άλλο
- 01 ανέμελος, αδιάφορος, ψύχραιμος
然のみ さのみ
επίρρημα
- 01 όχι και τόσο, όχι ιδιαίτερα
- 02 έτσι, κατά κανόνα
然る上は しかるうえは
σύνδεσμος
- 01 αφού έχουν έτσι τα πράγματα, εφόσον έτσι έχουν τα πράγματα
然しも さしも
επίρρημα
- 01 σε τέτοιο βαθμό, τόσο πολύ
然迄 さまで
επίρρημα
- 01 τόσο πολύ
然も無いと さもないと
σύνδεσμος
- 01 διαφορετικά, ειδάλλως, αν όχι
然もなければ さもなければ
σύνδεσμος
- 01 διαφορετικά, ειδάλλως, αλλιώς
然ればこそ さればこそ
άλλο
- 01 για αυτόν ακριβώς τον λόγο, γι' αυτόν ακριβώς τον λόγο
- 02 όπως αναμενόταν, ακριβώς όπως το σκέφτηκε κανείς, πράγματι
然なくば さなくば
άλλο, σύνδεσμος
- 01 διαφορετικά, ειδάλλως, αλλιώς
然もあらばあれ さもあらばあれ
άλλο
- 01 έτσι κι αλλιώς, κάνε ό,τι θέλεις, ούτως ή άλλως
然知ったり さしったり
επιφώνημα
- 01 νάτο, ορίστε
- 02 ωχ, διάολε
然う斯う そうこう
επίρρημα, ρήμα
- 01 αυτά και εκείνα, το ένα ή το άλλο
然うした そうした
άλλο
- 01 τέτοιος
然 さ
επίρρημα
- 01 έτσι, όπως εκείνο, με αυτόν τον τρόπο
然有り さあり
άλλο
- 01 έτσι είναι, συμβαίνει ως έχει
然だに さだに
άλλο
- 01 έστω και αν ήταν έτσι
然ならず さならず
άλλο
- 01 δεν είναι έτσι, δεν φαίνεται να είναι έτσι
- 02 δεν θα έπρεπε να είναι έτσι
然なり さなり
άλλο
- 01 είναι έτσι, συμβαίνει ως έχει
然かし さかし
άλλο, επιφώνημα
- 01 πράγματι, έτσι είναι, συμφωνώ, έτσι είναι