49 αποτελέσματα για «煙»
煙警報器 えんけいほうき
ουσιαστικό
- 01 ανιχνευτής καπνού
煙管ボイラー えんかんボイラー
ουσιαστικό
- 01 φλογαυλωτός λέβητας
煙がる けむがる
ρήμα
- 01 εν οχλούμαι από τον καπνό, δυσφορώ λόγω καπνού
煙探知器 えんたんちき
ουσιαστικό
- 01 ανιχνευτής καπνού
煙霧質 えんむしつ
ουσιαστικό
- 01 αερόλυμα
煙突掃除人 えんとつそうじにん
ουσιαστικό
- 01 καπνοδοχοκαθαριστής
煙を立てる けむりをたてる
άλλο, ρήμα
- 01 βγάζω το ψωμί μου, κερδίζω τα προς το ζην
煙草カード たばこカード
ουσιαστικό
- 01 κάρτα τσιγάρων
煙
- 01 καπνός