47 αποτελέσματα για «爪»
爪の先ほど つめのさきほど
άλλο
- 01 μικρή ποσότητα, σε μικρό βαθμό, ελάχιστα
爪甲 そうこう
ουσιαστικό
- 01 ονυχοφόρος πλάκα, ονυχιαία κοίτη
爪蓮華 ツメレンゲ
ουσιαστικό
- 01 τουμερενγκέ (φυτό του γένους Οροστάχυς η ιαπωνική)
爪周囲炎 そうしゅういえん
ουσιαστικό
- 01 παρωνυχία, φλόγωση του παρανυχίου, παρανυχίδα
爪囲炎 そういえん
ουσιαστικό
- 01 παρονυχία, παράνυχο, απόστημα ονυχοφόρου φάλαγγος
爪水虫 つめみずむし
ουσιαστικό
- 01 ονυχομυκητίαση, μυκητίαση των ονύχων
爪
- 01 νύχι, δαγκάνα
- 02 νύχι
- 03 νύχι αρπακτικού