141 αποτελέσματα για «片»

片肘 かたひじ

ουσιαστικό

  1. 01 ένας αγκώνας
片言 へんげん

ουσιαστικό

  1. 01 σύντομη παρατήρηση, λίγες λέξεις
  2. 02 μία πλευρά (π.χ. μιας επιχειρηματολογίας), μονομερής δήλωση
片栗粉 かたくりこ

ουσιαστικό

  1. 01 άμυλο πατάτας
  2. 02 άμυλο από ερυθρόνιο
片親 かたおや

ουσιαστικό

  1. 01 γονέας (ο ένας εκ των δύο)
  2. 02 μονογονέας
片棒 かたぼう

ουσιαστικό

  1. 01 μπροστινό ή πίσω μέρος φορείου (που μεταφέρεται από δύο άτομα), ένα από τα δύο άτομα που μεταφέρουν φορείο
片道切符 かたみちきっぷ

ουσιαστικό

  1. 01 εισιτήριο απλής μετάβασης
片袖 かたそで

ουσιαστικό

  1. 01 ένα μανίκι
片一方 かたいっぽう

ουσιαστικό

  1. 01 η μία πλευρά, το ένα μέρος, η άλλη πλευρά, το άλλο μέρος
  2. 02 ο ένας (ενός ζεύγους), ο άλλος, το ταίρι, το έτερον ήμισυ
片足立ち かたあしだち

ουσιαστικό

  1. 01 στάση στο ένα πόδι, μονοποδική στάση
片手落ち かたておち

επίθετο, ουσιαστικό

  1. 01 μονομερής, μεροληπτικός, άδικος
片意地 かたいじ

επίθετο, ουσιαστικό

  1. 01 πεισματάρικη συμπεριφορά, ισχυρογνωμοσύνη
片寄せる かたよせる

ρήμα

  1. 01 σπρώχνω προς μία πλευρά, παραμερίζω
片恋 かたこい

ουσιαστικό

  1. 01 ανεκπλήρωτος έρωτας, μονόπλευρη αγάπη
片々 へんぺん

επίρρημα, άλλο

  1. 01 κομμάτια, αποκόμματα, νιφάδες, ανεμίζων
  2. 02 αποσπασματικός (π.χ. γνώση), ελλιπής
  3. 03 ασήμαντος, δευτερεύων, μηδαμινός
ペンス

ουσιαστικό

  1. 01 πένες (νομισματική μονάδα)
片手鍋 かたてなべ

ουσιαστικό

  1. 01 κατσαρόλα με ένα χερούλι
片肺 かたはい

ουσιαστικό

  1. 01 ένας πνεύμονας
片口 かたくち

ουσιαστικό

  1. 01 μπολ με στόμιο εκροής
  2. 02 η μία πλευρά μιας ιστορίας ή ενός επιχειρήματος
片つけ かたつけ

ουσιαστικό

  1. 01 τακτοποίηση, ολοκλήρωση
片肌 かたはだ

ουσιαστικό

  1. 01 γυμνός ώμος