96 αποτελέσματα για «牛»
牛缶 ぎゅうかん
ουσιαστικό
- 01 κονσερβοποιημένο βόειο κρέας
牛殺し うしころし
ουσιαστικό
- 01 φωτίνια η τριχωτή (Photinia villosa)
牛裂き うしざき
ουσιαστικό
- 01 η πρόσδεση των άκρων ενός ατόμου σε δύο ή τέσσερις ταύρους και η εξαναγκασμένη κίνησή τους προς διαφορετικές κατευθύνσεις (θανατική ποινή της περιόδου των Εμπόλεμων Κρατών)
牛飲馬食 ぎゅういんばしょく
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 υπερβολική κατανάλωση φαγητού και ποτού, αδηφαγία και οινοποσία, τρώω και πίνω ακατάσχετα (σαν το βόδι και το άλογο)
牛ロース ぎゅうロース
ουσιαστικό
- 01 μοσχαρίσιο κρέας για ψήσιμο, μοσχαρίσιο φιλέτο (sirloin)
牛鍋屋 ぎゅうなべや
ουσιαστικό
- 01 εστιατόριο με γκιουναμπέ
牛もも肉 うしももにく
ουσιαστικό
- 01 κιλότο, κρέας από το μπούτι του μοσχαριού
牛後 ぎゅうご
ουσιαστικό
- 01 οπίσθιο μέρος αγελάδας
- 02 χαμηλόβαθμο μέλος μιας μεγάλης ομάδας
牛疫 ぎゅうえき
ουσιαστικό
- 01 πανώλη των βοοειδών
牛突 うしつつき
ουσιαστικό
- 01 βουφογάνος
牛ミンチ ぎゅうミンチ
ουσιαστικό
- 01 κιμάς μοσχαρίσιος, αλεσμένο μοσχάρι
牛飯 ぎゅうめし
ουσιαστικό
- 01 ρύζι καλυμμένο με μοσχάρι και λαχανικά
牛盗人 うしぬすびと
ουσιαστικό
- 01 κλέφτης βοοειδών, ζωοκλέφτης
牛海綿状脳症 うしかいめんじょうのうしょう
ουσιαστικό
- 01 βοοειδής σπογγώδης εγκεφαλοπάθεια, ΣΕΒ, νόσος των τρελών αγελάδων
牛鬼蛇神 ぎゅうきだしん
ουσιαστικό
- 01 κακόβουλος και διεστραμμένος, παράξενος και ασυνάρτητος
牛商人 うしあきゅうど
ουσιαστικό
- 01 έμπορος βοοειδών, πωλητής βοοειδών
牛偏 うしへん
ουσιαστικό
- 01 γραφικό στοιχείο κανκί που σημαίνει αγελάδα και τοποθετείται στα αριστερά, ριζικό 93
牛は牛連れ馬は馬連れ うしはうしづれうまはうまづれ
άλλο
- 01 το όμοιο ομοίω πελάζει, μην ανακατεύεις τα διαφορετικά είδη μεταξύ τους
牛負けた うしまけた
επιφώνημα
- 01 νόστιμο
牛津 オックスフォード
ουσιαστικό
- 01 Οξφόρδη