395 αποτελέσματα για «特»
特権階級 とっけんかいきゅう
ουσιαστικό
- 01 προνομιούχα τάξη
特進 とくしん
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 ειδική προαγωγή (σε βαθμό ή τάξη)
特注品 とくちゅうひん
ουσιαστικό
- 01 προϊόν ειδικής παραγγελίας, είδος κατασκευασμένο κατά παραγγελία (κατά παραγγελία)
特産 とくさん N1
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 παραγόμενος σε μια συγκεκριμένη περιοχή, τοπικό προϊόν
特筆 とくひつ
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 ιδιαίτερη μνεία
特番 とくばん
ουσιαστικό
- 01 ειδική ραδιοφωνική ή τηλεοπτική εκπομπή, τηλεοπτικό αφιέρωμα
特化型 とっかがた
ουσιαστικό
- 01 εξειδικευμένος, ειδικός, μπουτίκ
特殊性 とくしゅせい
ουσιαστικό
- 01 ιδιαίτερα χαρακτηριστικά, ιδιομορφία, διακριτικότητα
特区 とっく
ουσιαστικό
- 01 ειδική περιφέρεια
- 02 ειδική οικονομική ζώνη (Κίνα)
- 03 ειδική διοικητική περιοχή της Κίνας (π.χ. Χονγκ Κονγκ)
特異性 とくいせい
ουσιαστικό
- 01 ιδιαιτερότητα, ιδιομορφία, ιδιοσυγκρασία, ειδικότητα
特命 とくめい
ουσιαστικό
- 01 ειδική εντολή, ιδιαίτερη διαταγή
- 02 ειδική αποστολή, ειδικός διορισμός
特殊効果 とくしゅこうか
ουσιαστικό
- 01 ειδικά εφέ
特異体質 とくいたいしつ
ουσιαστικό
- 01 ιδιοσυγκρασία
特別室 とくべつしつ
ουσιαστικό
- 01 πολυτελής σουίτα, ειδικό δωμάτιο
特長 とくちょう N3
ουσιαστικό
- 01 πλεονέκτημα, προτέρημα, δύναμη, ισχυρό σημείο
特ダネ とくダネ
ουσιαστικό
- 01 αποκλειστική είδηση, δημοσιογραφική επιτυχία (scoop)
特殊技能 とくしゅぎのう
ουσιαστικό
- 01 ειδική δεξιότητα
特別待遇 とくべつたいぐう
ουσιαστικό
- 01 ειδική μεταχείριση
特捜 とくそう
ουσιαστικό
- 01 ειδική έρευνα
特派員 とくはいん
ουσιαστικό
- 01 ειδικός ανταποκριτής (π.χ. για εφημερίδα)
- 02 εκπρόσωπος, αντιπρόσωπος