89 αποτελέσματα για «王»

王党 おうとう

ουσιαστικό

  1. 01 βασιλόφρονες, μοναρχικοί
王母 おうぼ

ουσιαστικό

  1. 01 εκλιπούσα γιαγιά
王孫 おうそん

ουσιαστικό

  1. 01 βασιλικός εγγονός
王立協会 おうりつきょうかい

ουσιαστικό

  1. 01 Βασιλική Εταιρεία
王手飛車 おうてびしゃ

ουσιαστικό

  1. 01 ταυτόχρονη επίθεση στον πύργο και τον βασιλιά (στο σκάκι σόγκι)
王蛇 おうじゃ

ουσιαστικό

  1. 01 βόας
王道楽土 おうどうらくど

ουσιαστικό

  1. 01 παράδεισος που κυβερνάται από ενάρετο βασιλιά
王統 おうとう

ουσιαστικό

  1. 01 βασιλική δυναστεία, βασιλικοί απόγονοι
王を立てる おうをたてる

άλλο, ρήμα

  1. 01 στέφω βασιλιά
王師 おうし

ουσιαστικό

  1. 01 αυτοκρατορικός δάσκαλος, αυτοκρατορικός στρατός
王公 おうこう

ουσιαστικό

  1. 01 βασιλική οικογένεια και αριστοκρατία
  2. 02 ευγενής, αριστοκράτης
王土 おうど

ουσιαστικό

  1. 01 βασιλική ή αυτοκρατορική επικράτεια
王水 おうすい

ουσιαστικό

  1. 01 βασιλικό ύδωρ
王物 おうもの

ουσιαστικό

  1. 01 βασιλιάς, μέλος της βασιλικής οικογένειας
王事 おうじ

ουσιαστικό

  1. 01 αυτοκρατορική υπόθεση, βασιλική υπόθεση
王台 おうだい

ουσιαστικό

  1. 01 βασιλικό κελί (σε κυψέλη), κελί βασίλισσας
王座決定戦 おうざけっていせん

ουσιαστικό

  1. 01 αγώνας ανάδειξης πρωταθλητή, τελικός, τελικοί
王法 おうほう

ουσιαστικό

  1. 01 βασιλικό διάταγμα
王后陛下 おうこうへいか

ουσιαστικό

  1. 01 η Αυτού Μεγαλειότητα η Βασίλισσα
王后 おうこう

ουσιαστικό

  1. 01 βασίλισσα