154 αποτελέσματα για «産»

産業医 さんぎょうい

ουσιαστικό

  1. 01 ιατρός εργασίας, γιατρός εργασιακής υγείας
産品 さんぴん

ουσιαστικό

  1. 01 προϊόντα
産地偽装 さんちぎそう

ουσιαστικό

  1. 01 παραπλανητική δήλωση προέλευσης προϊόντος, δόλια αναγραφή τόπου παραγωγής
産業構造 さんぎょうこうぞう

ουσιαστικό

  1. 01 βιομηχανική δομή
産室 さんしつ

ουσιαστικό

  1. 01 δωμάτιο τοκετού, αίθουσα τοκετού
産児制限 さんじせいげん

ουσιαστικό

  1. 01 αντισύλληψη, έλεγχος των γεννήσεων
産み月 うみづき

ουσιαστικό

  1. 01 τελευταίος μήνας της κύησης, μήνας του τοκετού
産業化 さんぎょうか

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 εκβιομηχάνιση
産額 さんがく

ουσιαστικό

  1. 01 ύψος παραγωγής, ποσότητα παραγωγής
産業技術 さんぎょうぎじゅつ

ουσιαστικό

  1. 01 βιομηχανική επιστήμη και τεχνολογία, βιομηχανικές τεχνικές
産業組合 さんぎょうくみあい

ουσιαστικό

  1. 01 βιομηχανική ένωση, βιομηχανική συντεχνία
産卵管 さんらんかん

ουσιαστικό

  1. 01 ωοθέτης
産業資本 さんぎょうしほん

ουσιαστικό

  1. 01 βιομηχανικό κεφάλαιο
産学 さんがく

ουσιαστικό, άλλο

  1. 01 βιομηχανικός-ακαδημαϊκός, βιομηχανικός-πανεπιστημιακός
産経新聞 さんけいしんぶん

ουσιαστικό

  1. 01 Σανκέι Σιμπούν (ιαπωνική εφημερίδα)
産卵場所 さんらんばしょ

ουσιαστικό

  1. 01 περιοχή ωοτοκίας, χώρος γέννας αυγών
産女 うぶめ

ουσιαστικό

  1. 01 ουμπούμε, φάντασμα γυναίκας που πέθανε κατά τον τοκετό στην ιαπωνική λαογραφία
  2. 02 γυναίκα σε προχωρημένη εγκυμοσύνη, γυναίκα που βρίσκεται λίγο πριν από τον τοκετό
産科学 さんかがく

ουσιαστικό

  1. 01 μαιευτική
産み分け うみわけ

ουσιαστικό

  1. 01 επιλογή φύλου, προεπιλογή του φύλου των απογόνων
産業機械 さんぎょうきかい

ουσιαστικό

  1. 01 βιομηχανικά μηχανήματα