98 αποτελέσματα για «甲»

甲信越地方 こうしんえつちほう

ουσιαστικό

  1. 01 περιφέρεια Κοσινέτσου (περιλαμβάνει τους νομούς Γιαμανάσι, Ναγκάνο και Νιιγκάτα), Κοσινέτσου
甲比丹 カピタン

ουσιαστικό

  1. 01 αρχιπραγματευτής (του ολλανδικού εμπορικού σταθμού στο Ντετζίμα)
  2. 02 καπετάνιος (ευρωπαϊκού πλοίου· περίοδος Έντο)
甲羅を干す こうらをほす

άλλο, ρήμα

  1. 01 λιαίζομαι ξαπλωμένος μπρούμυτα
甲状軟骨 こうじょうなんこつ

ουσιαστικό

  1. 01 θυρεοειδής χόνδρος
甲状腺機能低下症 こうじょうせんきのうていかしょう

ουσιαστικό

  1. 01 υποθυρεοειδισμός
甲斐路 かいじ

ουσιαστικό

  1. 01 ανοιχτόχρωμο κόκκινο επιτραπέζιο σταφύλι, διασταύρωση μεταξύ Flame Tokay και Neo Muscat
甲乙丙 こうおつへい

ουσιαστικό

  1. 01 Άλφα, βήτα και γάμμα, πρώτος, δεύτερος και τρίτος
甲午 きのえうま

ουσιαστικό

  1. 01 κινόε-ούμα (ο 31ος όρος του εξηκονταετούς κύκλου, π.χ. 1954, 2014, 2074)
甲状腺機能亢進症 こうじょうせんきのうこうしんしょう

ουσιαστικό

  1. 01 υπερθυρεοειδισμός
甲虫類 こうちゅうるい

ουσιαστικό

  1. 01 κολεόπτερα, σκαθάρια
甲論乙駁 こうろんおつばく

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 αντικρουόμενες απόψεις, επιχειρήματα υπέρ και κατά
甲斐無い かいない

επίθετο

  1. 01 άχρηστος, μάταιος, ανώφελος
甲申 きのえさる

ουσιαστικό

  1. 01 ξύλινος πίθηκος (εικοστή πρώτη χρονιά του εξηκονταετούς κύκλου, π.χ. 1944, 2004, 2064)
甲状腺がん こうじょうせんがん

ουσιαστικό

  1. 01 καρκίνος του θυρεοειδούς
甲矢 はや

ουσιαστικό

  1. 01 βέλος με πτερά που έχουν κλίση προς τα αριστερά (το πρώτο από τα δύο βέλη που εκτοξεύονται)
甲殻類アレルギー こうかくるいアレルギー

ουσιαστικό

  1. 01 αλλεργία στα οστρακοειδή
甲骨文字 こうこつもじ

ουσιαστικό

  1. 01 κοκκαλογραφή
甲戌 きのえいぬ

ουσιαστικό

  1. 01 ξύλινος σκύλος (ενδέκατος όρος του εξηκονταετούς κύκλου, π.χ. 1934, 1994, 2054)
甲午農民戦争 こうごのうみんせんそう

ουσιαστικό

  1. 01 Επανάσταση των αγροτών Τονγκχάκ (Κορέα, 1894-1895)
甲斐犬 かいけん

ουσιαστικό

  1. 01 κάι κεν (ιαπωνική ράτσα σκύλου)